9.- Διάβασα & μου άρεσαν –>


http://kountouris.pblogs.gr/2008/01/orhan-pamoyk-istanmpoyl.html

{Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2008: Η πρώτη εγγραφή του 2008 τυχαίνει να αφορά την ανάγνωση ενός βιβλίου που είχα ξεκινήσει εδώ και αρκετό καιρό, και τελείωσα λίγο πριν την πρωτοχρονιά. Πριν λίγους μήνες, σκεφτόμουν να πάω στην Κωνσταντινούπολη. Τα σχέδια άλλαξαν, όταν σε λίγο προσλήφθηκα ως αναπληρωτής στο γυμνάσιο της Ορμύλιας, οπότε δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες εξορμήσεις. Δεν βαρυγκομώ καθόλου βέβαια, καθώς η πρόσληψη αυτή έχει σαφώς μεγαλύτερο βάρος από το κάθε ταξίδι. Αυτο εξάλλου, θα το κάνω κάποια άλλη στιγμή. Όπως και να ‘ναι, όμως, όταν ακόμα τότε το σκεφτόμουν, είπα να διαβάσω ένα λογοτεχνικό βιβλίο που η ιστορία του να εκτυλίσσεται στην Κωνσταντινούπολη, παρά να ξεφυλλίσω απλώς έναν ταξιδιωτικό οδηγό. Αποφάσισα λοιπόν να πάρω την Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ (για την ακρίβεια, δεν το πήρα, αλλά μου το πήραν). Ο Ορχάν Παμούκ είναι ένας συγγραφέας που πάντα ηθελα να διαβάσω, και όχι μόνο από τοτε που πήρε το Νόμπελ, αλλά και πολύ πιο πριν. Ήξερα την ευαισθησία του για τις μειονότητες στην Τουρκία, το κυνηγητό που δέχτηκε στη χώρα του για τις απόψεις του, την διαφορετική στάση του ως προς πολλά θέματα πολιτικά και κοινωνικά, στάση που τον εφερε σε ρήξη με μια συντηρητική και ακραία μερίδα των Τούρκων. Νόμιζα ότι το βιβλίο Ιστανμπούλ θα ήταν το ιδανικό για τον λόγο που το ήθελα, αλλά και για να γνωρίσω καταρχήν τον λόγο του Παμούκ. μολογώ όμως ότι έκανα λάθος, γιατί ναι μεν είναι «ενα γοητευτικό βιβλίο που διαβάζεται σαν δοκίμιο, προσωπικό ημερολόγιο, ιστορία, οδηγός πόλης και μυθιστόρημα μαζί», όπως γράφει στο οπισθόφυλλο, αλλά τελικά λιγότερο από όλα ήταν «οδηγός πόλης» και περισσότερο «προσωπικό ημερολόγιο». Βέβαια, καθόλου κακό δεν είναι αυτό, αλλά απλώς δεν ήταν αυτό που περίμενα, και απογοητεύτηκα. Πριν λίγο καιρό απέτρεψα την διαβαστερή ανιψιά μου από το να διαβάσει την Αναφορά στον Γκρέκο, γιατί δεν είχε διαβάσει καθόλου Καζαντζάκη. Όπως η Αναφορά στον Γκρέκο πρέπει κατά την γνώμη μου να το διαβάσει κάποιος, αφου έχει απολαύσει τον ΚΛαπετάν Μιχάλη, το Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, τον Τελευταίο Πειρασμό, έτσι μου φαίνεται πως και του Ορχάν Παμούκ η Ιστανμπούλ πρέπει να διαβαστεί μετά το Σπίτι της σιωπής και το Με λένε Κόκκινο. Παρόλα αυτά, το βιβλίο είναι πάρα πολύ καλό. Περιγράφει πολύ άνετα τα παιδικά, τα εφηβικά και τα νεανικά του χρόνια, αρχίζοντας πάντα από τον ίδιο, προχωρώντας στην οικογένειά του, και φτάνοντας στην πόλη του, κάνοντας ξεκάθαρους ομόκεντρους κύκλους, και πηγαίνοντας συνέχεια μπρος πίσω στην ιστορία, τόσο την προσωπική και την οικογενειακή του, όσο και της χώρας του. Μελετάει με εμβρίθεια λεπτολόγου στοχαστή την μελαγχολία και την θλίψη που αποπνέει η Κωνσταντινούπολη, αναζητά τις αιτίες της, και περιγράφει την πόλη του με μια απολύτως προσωπική ματιά. Η ματιά αυτή ενισχύεται από τις φωτογραφίες που είναι γεμάτο το βιβλίο, και που τις περισσότερες τις έχει τραβήξει ο ίδιος. Οσο το διάβαζα, δεν μπορούσα να μην σκέφτομαι την Θεσσαλονίκη, και πόσο όμοια είναι τα δεδομένα της με της Κωνσταντινούπολης που περιγράφει ο Παμούκ. Τα ερειπωμένα και εγκαταλελειμμένα παλιά σπίτια, που αφήνονται να καταρρεύσουν για χάρη ενός δήθεν εκσυγχρονισμού, η απώλεια της επαφής των ανθρώπων, η μελαγχολία, όλα είναι κοινά στις δύο αυτές πόλεις – τουλάχιστον στο δικό μου αισθητήριο. Τώρα, όταν βλέπω την φωτογραφία της Αγιασοφιάς με την πλατεία γύρω της, που είναι κρεμασμένη στην αίθουσα της Β Λυκείου του σχολείου μου, σκέφτομαι ότι τελικά, δεν μετάνιωσα καθόλου που το διάβασα αυτό το βιβλίο. Και προτρέπω κι εσάς να το διαβάσετε. Κι ας μην πάτε σύντομα (ή ποτέ) στην Κωνσταντινούπολη.}

Θεανώ

http://www.culturenow.gr/pages/content.asp?cntID=707&catID=61

{Κωνσταντινούπολη, Ιστανμπούλ, Βασιλεύουσα. Με όποιο όνομα κι αν την πεις, μία είναι η Πόλη· μαγική, μοναδική, υπέροχη, βαφτισμένη στα μυστήρια της Ανατολής! Στον τόπο αυτό γεννιέται η Θεανώ. Μια κοπέλα που κουβαλάει μέσα της κάτι από τη μαγεία της Πόλης και κάτι από το ανυπότακτο πνεύμα της. Η Θεανώ θα μεγαλώσει, θα αγαπήσει και θα παντρευτεί. Τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, θα βρεθεί μέσα στη δίνη των Σεπτεμβριανών. Μια μαύρη σελίδα στην Ιστορία των Ελλήνων της Πόλης γράφεται με το αίμα πολλών. Θύμα της αγριότητας των Τούρκων και η Θεανώ. Όταν θα συνέλθει, τίποτε δε θα είναι πια όπως παλιά. Μια λύκαινα θα γεννηθεί εκείνο το βράδυ και όποιος από δω κι εμπρός την πλησιάσει για να της κάνει κακό, θα γίνει κομμάτια από τα κοφτερά της δόντια. Δέκα χρόνια μετά, η Θεανώ θα ζήσει τον εφιάλτη της απέλασης στην Ελλάδα και τον πόνο του ξεριζωμού και θα έρθει αντιμέτωπη με το ρατσισμό και την καχυποψία. Η λύκαινα θα ξυπνήσει και πάλι, και όσοι έφταιξαν θα πληρώσουν ακριβά. Η μήπως θα πληρώσουν και αθώοι; Μια ιστορία για μια γυναίκα που βίωσε την αγάπη και το μίσος κι έγινε αγρίμι για χάρη των αγαπημένων της.}

http://www.grtrnews.com/gr/publish/article_471.shtml

{Kαθημερινή/του Κώστα Θ. Καλφόπουλου: O Tούρκος συγγραφέας μας αποκαλύπτει, μέσα από τα βιώματά του, τα «απομνημονεύματα» της γενέτειράς του, συνθέτοντας μια ελεγεία: Orhan Pamuk «Istanbul. Memories of a City», εκδ. Faber & Faber. Ο Ορχάν Παμούκ ανήκει στη νέα γενιά των Τούρκων συγγραφέων, που έρχονται αντιμέτωποι με τα στερεότυπα εκ δυσμών και εξ ανατολών σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την Τουρκία. Στις «Αναμνήσεις μιας πόλης», ο Παμούκ συγγράφει, μέσα από τα βιώματά του, τα «απομνημονεύματα» της γενέτειράς του, ακολουθώντας τα ίχνη των ξένων περιηγητών που «ανακάλυψαν» τη Βασιλεύουσα τον 18ο αιώνα και των Τούρκων διανοουμένων, οι οποίοι ύμνησαν την Πόλη, στη μεταβατική περίοδο από την οθωμανική κυριαρχία στον κεμαλικό εκσυγχρονισμό. Κυρίως, όμως, συνθέτει μέσα από τις αναμνήσεις του μία ελεγεία για την Κωνσταντινούπολη, που άλλοτε παίρνει τον χαρακτήρα μιας πολιτισμικής ιστορίας, άλλοτε μεταβάλλεται σε έναν Baedecker για «ιδιωτική χρήση» και άλλοτε, πάλι, μετατρέπεται σε μια παράλληλη βιογραφία, της ζωής του και της πόλης που ενώνει (και χωρίζει ταυτόχρονα), γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά τη Δύση με την Ανατολή. Ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης «ακούει» τον ψίθυρο της πόλης, καθώς ο συγγραφέας, επισκεπτόμενος την παιδική του ηλικία και τα εφηβικά του χρόνια, τον ξεναγεί μέσα από την «ομορφιά ενός τοπίου που προκύπτει από τη μελαγχολία του». Aλλος Ορχάν, άλλη Πόλη: «Από πολύ μικρός, είχα την υποψία, ότι υπήρχαν περισσότερα πράγματα πέρα από τον κόσμο που μπορούσα να δω: κάπου, στους δρόμους της Ιστανμπούλ, σε ένα σπίτι που έμοιαζε με το δικό μας, ζούσε ένας άλλος Ορχάν που μού έμοιαζε τόσο πολύ, ώστε θα μπορούσε κανείς να νομίζει ότι ήταν ο δίδυμος αδελφός μου, ακόμα και ο σωσίας μου». Οι δύο Ορχάν θα συναντηθούν και θα χαθούν επανειλημμένα στα καλντερίμια και τους μαχαλάδες της πόλης, αλλά και στις σελίδες του βιβλίου. Οι αρχικές εικόνες του συγγραφέα για την Ιστανμπούλ θα γεννηθούν στα πρώτα βήματά του, «στις μόνες αποδράσεις» του, κρατώντας το χέρι της μητέρας και εξερευνώντας με παιδικό βλέμμα τα «περισσότερα πράγματα πέρα από τον κόσμο» που μπορούσε να δει: τη γριά Ελληνίδα, που μαντάριζε κάλτσες και πουλούσε ζώνες και κουμπιά, αλλά και «αυγά από το χωριό», εκεί που ο μικρός Ορχάν χάζευε το χρυσόψαρο στη γυάλα, το μικρό ψιλικατζίδικο του Γιακούπ και του Βασίλ(η), προφανώς εβραιοελληνικής ιδιοκτησίας, που πουλούσε εφημερίδες, είδη καπνιστού και γραφική ύλη, το κοντινό πάρκο στο Νισάντασι, το τραμ, «με τη μελαγχολική μουσική του που τον αποκοίμιζε», που τούς μετέφερε στην Πλατεία Τακσίμ. Καθώς ο συγγραφέας ανακαλύπτει δειλά την πόλη και τον κόσμο, αυτές οι εικόνες αποτελούν και την πρώτη ύλη, που θα εμπλουτίζεται διαρκώς και θα συσσωρεύει ολοένα και νέες εικόνες και εντυπώσεις για τη γενέθλια πόλη. Τα παιγνίδια μνήμης στα οποία καταφεύγει ο Ορχάν της παιδικής ηλικίας μαζί με τον αδελφό του, «όχι τόσο από τη νοσταλγία, αλλά από την επιθυμία να ασκήσουμε τη μνήμη μας», είναι αυτά που θα τον βοηθήσουν, μέσα από την ύστερη «μνημοτεχνική του πλάνητα», να επιστρέψει -σε ασπρόμαυρο φόντο- στη γενέτειρά του, στους σκοτεινούς δρόμους και τη μελαγχολία του τόπου και του τοπίου. Ανακαλύπτοντας εκ νέου την Πόλη, ο Παμούκ έρχεται έτσι να συναντήσει τους «τέσσερις μελαγχολικούς» συντοπίτες του, τον μεγάλο σε αξία, αλλά και όγκο, Γιαχύα Κεμάλ, τον ιστορικό Κοτσού, τον μυθιστοριογράφο και αρθρογράφο Τανπινάρ και τον γαντοφορεμένο χρονογράφο του «πολιτισμού του Βοσπόρου», Αμπντουλάκ Σινασί Χισάρ, οι οποίοι με το έργο τους διέσωσαν την εικόνα της Πόλης, προτού υποκύψει στον εκδυτικισμό και στα κελεύσματα του Κεμαλισμού, σε μια δεύτερη εσωτερική Aλωση. Κατά βάσιν, αυτή η «μελαγχολία της πόλης» (h­z­n), που έχει βαθιές θρησκευτικές και πολιτισμικές ρίζες, έρχεται σε σύγκρουση όχι μόνο με τις ραγδαίες αλλαγές στο αστεακό τοπίο, αλλά και με τη δυτική πρόσληψη, που αναζητεί, με ρομαντικές διαθέσεις, ήδη από τον 18ο αιώνα, επίμονα και πεισματικά το σκλαβοπάζαρο, τους ζητιάνους, τους χαμάληδες, τους «δερβισάδες» και τα χαρέμια, και αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στις περιηγήσεις του Ζεράρ ντε Νερβάλ (Ταξίδι στην Ανατολή), στις περιπλανήσεις του Θεόφιλου Γκωτιέ, στους φτωχομαχαλάδες της Πόλης με τα ξύλινα χαγιάτια, που ανακαλύπτει τη «μελαγχολική ομορφιά μέσα από τη βρωμιά και την αταξία, αλλά και τα ελληνικά και ρωμαϊκά ερείπια», στην πρόθεση του Γουστάβου Φλωμπέρ, που ήθελε να εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη και να «αγοράσει έναν σκλάβο», αλλά και στον έντονα γαλλοκεντρικό Αντρέ Ζιντ. Πανοραμικές… λεπτομέρειες: Ο Παμούκ μάς προσφέρει, σαν τις γκραβούρες και τους πίνακες του Αντουάν�Ιγκνάς Μελίν, πανοραμικά, αλλά και αποδίδοντας σημασία στη λεπτομέρεια, τις αναμνήσεις της Πόλης, καθώς ιστορία και βιώματα, συναισθήματα και εμπειρίες, μνήμη και ανάμνηση συγχέονται στην αχλύ του μύθου, του μυστηρίου (που γοήτευσε τους Aγγλους συγγραφείς, όπως η Aγκαθα Κρίστι και ο Γκράχαμ Γκριν) και, κυρίως, της «μελαγχολίας ενός θνήσκοντος πολιτισμού». Η Πόλη «νοσταλγεί» και ο συγγραφέας ξετυλίγει, στο δικό του Amarcord, το νήμα του κοινού παρελθόντος, σε ένα μοναδικό βιβλίο, που θυμίζει εν μέρει τα Παιδικά χρόνια στο Βερολίνο του 19ου αιώνα, του Βάλτερ Μπένγιαμιν, από τον οποίο «δανείζεται» και την persona του πλάνητα, όταν τα μελαγχολικά βράδια του χειμώνα διασχίζει συχνά τις έρημες γειτονιές, τα καλντερίμια και τις πλατείες, παρατηρώντας και ενθυμούμενος, ακολουθούμενος από την πόλη, τις μεγάλες καταστροφές και την ανοικοδόμηση, τις αδιόρατες αλλαγές, τη σταδιακή συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου, και από την ίδια τη ζωή του, με τις οικογενειακές σκηνές, τα «μικρά καθημερινά δράματα», τη διαρκή απουσία του πατέρα, στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο, την πανταχού παρούσα μητέρα, αλλά και τις προσωπικές του αναζητήσεις. Μακριά από προκαταλήψεις και στερεότυπα, ο Eλληνας αναγνώστης όχι μόνο κρατάει στα χέρια του ένα από τα καλύτερα βιβλία που γράφτηκαν για την Κωνσταντινούπολη, αλλά παροτρύνεται στο να περιπλανηθεί στα ίδια μέρη, με τις «Αναμνήσεις μιας πόλης» υπό μάλης. Η Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ είναι ταυτόχρονα και η Κωνσταντινούπολη των Ελλήνων, όπως συναδελφώνονται στις σελίδες του βιβλίου.}

Πόλη των Πόθων

http://www.books.gr/ViewShopProduct.aspx?Id=4274713

{Κωνσταντινούπολη, 1908: Η Βασιλεύουσα, κάτω από την ήρεμη επιφάνεια της, δονείται μυστικά από έναν απροσδιόριστο αναβρασμό. Υπόδουλοι λαοί και εθνότητες διψούν για ελευθερία, όπως και οι Τούρκοι άλλωστε, όμως δίχως οι πόθοι τους να ταυτίζονται κατ’ ανάγκην. Ταυτόχρονα, στην Ανατολία, οι αρχαιολόγοι συνεχίζουν να φέρνουν στο φως μια πόλη των Χετταίων, ξεσκεπάζοντας ένα παρελθόν που αποτελεί προειδοποίηση για το παρόν και το μέλλον της αυτοκρατορίας. Μες σ’ αυτή τη δίνη των γεγονότων, η νεαρή και όμορφη Θεοδώρα Βλάχου προσπαθεί να ξεφύγει από την αυστηρή επιτήρηση της οικογένειας της και δοκιμάζει να κατακτήσει την προσωπική της ελευθερία. Τότε μπαίνουν στη ζωή της αιφνίδια η εξόριστη Ρωσίδα πριγκίπισσα Ναταλία και ο αδελφός της Βλαντ, η παρουσία των οποίων ωθεί τη Θεοδώρα σε πρωτόγνωρες εμπειρίες. Καθώς ξεσπά η επανάσταση των Νεότουρκων, στην αρχή αιφνιδιάζονται όλοι ευχάριστα, κι έτσι απροετοίμαστοι γίνονται εύκολα ενθουσιώδεις οπαδοί της. Θα δικαιωθούν όμως οι προσωπικές προσδοκίες της Θεοδώρας και των φίλων της; θα λάβουν τελικά τα όνειρα εκδίκηση;Ένα συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα, που αναδίνει ζωντανό και πλούσιο το άρωμα μιας άλλης Πόλης, με τον ελληνισμό της ακμαίο, αυτής που σήμερα δυστυχώς μόνον ονειρικά μπορούμε να φανταστούμε.}

http://galaxias.wordpress.com/

{…Άποφάσισα λοιπόν να πάω στην Τουρκία, περισσότερο ως περιέργεια. Περνώντας τον ποταμό Έβρο (πήγα οδικώς)ένοιωσα σαν να βγάζω ένα ρούχο και ταυτόχρονα να φορώ ένα άλλο! Πραγματικά έτσι ένοιωσα, μετά τα τυπικά στο τελωνείο στα ‘Ιψαλα, συναντήσαμε μια μικρή πολιτεία που ονομαζόταν Κεσάνη, κάναμε μια στάση και μπήκε ένας μαυριδερός τύπος μέσα και πούλαγε κουλούρια ή γλυκίσματα, έριξα μια ματία γύρω αυτό που αντίκρυσα δεν μπορώ να πω οτι μου άρεσε διέκρινα μια φτώχια και απρόσωπες πολυκατοικίες. Φύγαμε, και στην δεξια πλευρά αγνάντευα τη Προποντίδα λίγο πιο κάτω με διάσπαρτα σπίτια μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο,αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν κάποιες οικίες συγκροτήματα ολόκληρα, πανομοιότυπα. Μετά απο άλλη μια στάση για φαγητό, φτάσαμε στην Πόλη. Ομολογώ οτι είχα άλλη εικόνα στο μυαλό μου. Ουρανοξύστες, ανισόπεδοι οδικοί κόμβοι, ένας χαμός, μιά μεγαλούπολη. Φτάσαμε στον υπεραστικό σταθμό, εκεί καθώς ήταν βράδυ, βροχερό μάλιστα οι φωταγωγημένες πινακίδες, το αδιαχώρητο απο κόσμο, πρόσωπα καθημερινά, αλλά και κάτι φιγούρες ανθρώπων μιας άλλης εποχής με μαντίλες και παρδαλά μακριά ρούχα,σου έδινε την αίσθηση της μαγείας. Η νεροποντή συνεχιζόταν αλλά μου άρεσε καθώς πήρα το αστικό κατευθυνόμενος στην πανσιόν που είχα κλείσει ήδη,στο ιστορικό κομμάτι της Πόλης. Δεν ήταν τίποτα σπουδαία πανσιόν, έναν ύπνο ήθελα, και όλες τις άλλες ώρες να αφεθώ στην αγκαλιά της πόλης που πάντα απο μικρό παιδί ποθούσα να δώ. Έυκολη πόλη, όχι με αυτοκίνητο, με το ταξί σε πάει όπου θέλεις. Θυμάμαι μια μέρα μπήκα σε ένα ταξί και έπιασα συζήτηση κοιτώντας πότε πότε το ταξίμετρο, διαπιστώνοντας οτι είχε σχηματιστεί ένας νούμερο που με έκανε να τρέμω μην δεν έχω να πληρώσω,είχα κάνει λάθος όμως, ήταν δεν ήταν σε δραχμές (δεν είχε μπει το ευρώ στη ζωή μας) χιλιάρικο περίπου. Ξυπνούσα πολύ πρωί απο εναν πρωτάκουστο ήχο ο οποίος καλούσε τους πιστούς για προσευχή μάλλον,εμένα με ανατρίχιαζε όμως. Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν η Αγία Σοφία άλωστε την κοίταγα κάθε πρωί απο το παράθυρό μου, εντυπωσιακή όπως την φανταζόμουν αλλά με κάτι σκαλωσιές μέσα, που δεν σε άφηνε να απολαύσεις την μεγαλοπρέπεια. Πραγματικά το λέω, στάθηκα σε μιά γωνιά άγγιξα μια κολόνα και βούρκωσαν τα μάτια μου. Επόμενη επίσκεψη μου ήταν το Τοπ Καπί ,αχανές κτήριο,με κήπους,δώματα,διάσπαρτα κτήρια,μουσείο με μεσαιωνικές στολές,εντυπωσιακά τεράστια σπαθιά έξοχα διακοσμημένα,ασημικά,ένας πλούτος κυριολεκτικά που ανήκαν στον εκάστοτε σουλτάνο.Εντυπωσιακότατο το Ντολμά Μπαχτσέ,πανέμορφο,με συντριβάνια,αγάλματα αν θυμάμαι καλά στον έξω χώρο,με έναν τεράστιο(πρώτη φορά στη ζωή μου έχω δεί τόσο μεγάλο) πολυέλαιο,και πίνακες παντού να αναπαριστούν μάχες Τούρκων και Ελλήνων να σφαγιάζονται,βλέποντάς τα θύμωνα και με πλήγωνε η εικόνα είναι αλήθεια.Απέξω προς την θάλασσα λογομάχησα με έναν νεαρό Τούρκο επιμένοντας να με διορθώνει οτι η πόλη δεν λέγεται Κωνσταντινούπολη αλλά Ιστανμπούλ πράγμα αδιανόητο για μένα..Το λουτρό ,η κρεβατοκάμαρα που απολάμβανε ο Ατατούρκ ήταν ένα μεγαλείο.Ο Τούρκος φύλακας δεν μπορώ να πω οτι ήταν και τόσο ευγενικός,με άγρυπνο μάτι δεν μας άφηνε ρούπι..να απολαύσουμε το χώρο και να τον χαζέψουμε,φώναζε και μας μιλούσε άγρια να προχωρήσουμε..Εκείνο το σημείο της πόλης που μου άρεσε πολύ είναι ο πεζοδρομημένος δρόμος με το τραινάκι η γνωστή Ιστικλάλ καντεσί,όμορφα κτήρια,καλά μαγαζιά.Εντυπωσιακό μέρος είναι το Καπαλί Τσαρσί το μεγάλο σκεπαστό παζάρι που βρίσκεις ότι γουστάρεις.Μια μέρα αποφάσισα να πιώ τσάι σε ένα παραδοσιακό τούρκικο καφενείο με εκείνο το χαρακτηριστικό ποτηράκι που το σερβίρουν και κύβους ζάχαρι σε αντίθεση με την Ελλάδα που είναι σε κόκκους.Παντού όπου και να κοιτάξεις μιναρέδες,να σκίζουν τον ουρανό,και σε κάθε σημείο που θα στρίψεις κάποιο τζαμί.Απαράμμιλης ομορφιάς είναι το Μπλέ τζαμί αντίκρυ απο την Αγία Σοφία,με φοβερή ακουστική,το διαπίστωσα κάνοντας ενα κρότο με τα δάχτυλα μου…και στρωμένα μέσα τεράστια χαλιά για την προσευχή.Εντύπωση μου έκανε που έβλεπα γέρους να φορούν ένα πλεκτό σκουφάκι στο κεφάλι,και σπάνια γυναίκες να φορούν ένα κάλυμμα στο πρόσωπο..Ομως η εικόνα της Κωνσταντινούπολης είναι πολυπρόσωπη,είδα τους περισσότερους ανθρώπους συνηθισμένους σαν όλους μας,γυναίκες μοντέρνες,παιδιά φοιτητές και μαθητές εκεί γύρω απο το πανεπιστήμιο και την πλατεία Βαγιαζήτ με καμμιά απολύτως διαφορά απο όλους εμάς.Το πατριαρχείο,σεπτή γωνιά σε μια πανάθλια συνοικία το Φενέρ(Φανάρι για τους Έλληνες)με πολυ ψηλά κτήρια με απλωμενα ρούχα απο το ένα κτήριο στο άλλο εικόνες που συναντάει κάποιος σε γειτονιές της Κέρκυρας ή πόλεων στην Ιταλία.Πιο κάτω ένας παράξενος μεταλικός μάλλον ναός κοντά στον Κεράτιο κόλπο,δεσπόζε σε όλη την περιοχή.Αποφάσισα να πάω μια επίσκεψη και στα πριγκηπόνησα,εκεί συνάντησα μια φοβισμένη γριά Ελληνίδα μου άνοιξε την καρδιά της και θυμάμαι μου έλεγε οτι «να όλοι εδω οι Τούρκοι με ξέρουν,σίγουρα θα λένε που περπατάμε μαζι στη προκυμαία οτι ήλθαν τα εγγόνια της απο την Ελλάδα..»,συζητούσαμε ώρα,ξεναγηθήκαμε σε απέριτες εκκλησιές,ένα τοπίο πολύ γνώριμο σαν Ελλάδα,λες και βρισκόσουν στον Πόρο ή στις Σπέτσες,πολύ πράσινο πεύκα και άμαξες..Πραγματικός παράδεισος σε μια σταλιά νησί!Οι εντυπώσεις απο την Πόλη είναι αξέχαστες,λίγα περιέγραψα,πολλά πολλά δεν πρόφτασα ή δεν ανακάλυψα σε μια βδομάδα διαμονής να δω.Η Πόλη είναι μοναδική,πολυπρόσωπη,ανατολίτισσα.Περιττό να πω οτι μην πεις οτι ο Τούρκος δεν είναι Ευρωπαίος,ούτε για αστείο,θα καθήσει και θα σου κάνει διάλεξη,όλοκληρη συζήτηση ή θα ανάψεις τα αίματα.Θυμάμαι στην ξενάγηση στο Ντολμά Μπαχτσέ ο Τούρκος ξεναγός επέμενε οτι οι Τούρκοι είναι Ευρωπαίοι έχουν υψηλό πολιτισμό,και επεδείκνυε με καμάρι την χλιδή του ανακτόρου..Η αλήθεια είναι οτι η εικόνα που είχα για τον σύγχρονο Τούρκο με την μικρή αυτή επίσκεψη γκρεμίστηκε,οι άνθρωποι εκεί είναι σαν κι εμάς,καθημερινές φυσιογνωμίες που δεν διαφέρουν απο τον καθένα μας με ελάχιστες εξαιρέσεις που δεν νομίζω οτι είναι ο κανόνας,τουλάχιστον στην Ευρωπαική ή παράλια Τουρκία.}

http://www.thegreekz.com/forum/archive/index.php/t-172978.html

{sapientia, 19-05-07: Φαντάζομαι αντιλαμβάνεστε όλοι ότι για να πάρουμε την Πόλη, η μόνη οδός είναι η πολεμική! Γιατί φυσικά, τέτοιες επιδιώξεις σε επίπεδο διπλωματίας δεν στέκουν! Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι είμαστε μια χώρα 11εκ (εκ των οποίων το 1 μετανάστες), η οποία έχει απέναντι της μια χώρα 71εκ, παρακαλώ μην παραβλέπετε τις παρακάτω εν δυνάμει πραγματικότητες: Σενάριο 1: αμυντικός πόλεμος: οι Τούρκοι κάνουν ντου, οι Έλληνες αντιστέκονται, τους βοηθάνε οι σύμμαχοι στην ΕΕ (για το ΝΑΤΟ δεν ξέρω, καθώς και η Τουρκία είναι μέλος), καταφέρνουμε και τους «πετάμε στη θάλασσα», μπαίνουμε στη Μ.Ασία και φτάνουμε μέχρι την Πόλη. Ο πόλεμος λήγει, όμως στους αμυντικούς πολέμους δεν νμζ ότι μετά μπορείς να κατοχυρώσεις τα νέα, «εκτεταμένα» σου σύνορα, πιθανώς να μπορείς να διεκδικήσεις πολεμική αποζημίωση. Σενάριο 2: επιθετικός πόλεμος: οι Έλληνες κάνουν ντου, υποθέτουμε πάλι πως κατά κάποιον μαγικό τρόπο κερδίζουν και παίρνουν την Πόλη. Εξυπακούεται πως οι επιθετικοί πόλεμοι απαγορεύονται από το διεθνές δίκαιο (το ότι γίνονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι μια άλλη ιστορία) και ότι φυσικά δεν πρόκειται να μας αναγνωριστούν τα «νέα» σύνορα. Πληρώνουμε πολεμική αποζημίωση και μαζευόμαστε πάλι στο καβούκι μας. Αποτέλεσμα και στις 2 περιπτώσεις: χιλιάδες ζωές χαμένες, καθότι είναι πόλεμος και όχι το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι», εκατομμύρια ευρώ σε πολεμοφόδια, κατεστραμμένες περιουσίες, οικονομική πτώση, διεθνής κατακραυγή, και όλα αυτά εκατέρωθεν. Πόσο ρεαλιστικό σας μοιάζει? Εμένα καθόλου! Και ως εν μέρει Πολίτισσα στην καταγωγή, τπτ δεν θα μου άρεσε περισσότερο από το να μπορούσα να πάω στην Κωνσταντινούπολη και να δω να κυματίζουν ελληνικές σημαίες. Αλλά ας είμαστε ρεαλιστές, αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, δυστυχώς. Είναι σαν να διεκδικεί κανείς τη μισή Ασία, με την αιτιολογία ότι επί Μ.Αλεξάνδρου ήταν ελληνική! Αν θέλουμε να κάνουμε κάτι για την Πόλη, είναι να στηρίξουμε ως χώρα και ως κοινωνία το εκεί παραμένον ελληνικό στοιχείο. Όλα τα άλλα, παραμένουν στη σφαίρα της φαντασίας.}

Α. Μασσαβέτας

http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ecom1_1_27/03/2008_226894

{Ανάσταση στην πόλη. Από το Φανάρι στις άγνωστες ενορίες: ξεφεύγοντας από τα τετριμμένα των τουριστικών πακέτων και τον αποκαρδιωτικό συνωστισμό που επικρατεί στον Πατριαρχικό Ναό, Ελληνες και Τούρκοι παρακολουθούν σε κλίμα κατάνυξης τα χριστιανικά έθιμα που αναβιώνουν τις ημέρες του Πάσχα. «Δεν υπάρχουν πια τα έθιμά μας. Εκείνοι που έφυγαν τα πήραν μαζί τους», παραπονιέται ο Μιχάλης Βασιλειάδης, διευθυντής της «Απογευματινής», μιας εκ των δύο ελληνικών εφημερίδων της Πόλης και προσθέτει: «Τα έθιμα τηρούνταν όταν οι Ελληνες ζούσαν συλλογικά, κοντά ο ένας με τον άλλο, σε ένα είδος γκέτο ίσως, άλλα μαζί. Οσοι απομένουν σήμερα είναι σταγόνα στον ωκεανό. Εθιμα σε μια κοινότητα της οποίας τα μέλη ζουν μεμονωμένα ξεχνιούνται». Κάποιες ωστόσο από τις ιδιόμορφες πασχαλινές συνήθειες της άλλοτε ακμάζουσας Ομογένειας επιβιώνουν έως σήμερα. Οσοι βρεθούν στην Πόλη για τους Χαιρετισμούς ή το Πάσχα αξίζει να ακολουθήσουν στα βήματα των Ρωμιών. Παναγία των Βλαχερνών: Κοντά στην όχθη του Κερατίου Κόλπου, στην ομώνυμη συνοικία, η Παναγία των Βλαχερνών αποτελούσε το πιο ξακουστό ιερό της Παναγίας στην πρωτεύουσα της Ρωμανίας. Η εκκλησία, που κατάγεται από τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους, βρέθηκε αργότερα να γειτνιάζει με το Ανάκτορο των Βλαχερνών· μόνιμη κατοικία των Αυτοκρατόρων από τον 11ο αιώνα. Εδώ δημιουργήθηκε η εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας για να διαδοθεί έπειτα στα πέρατα του ορθόδοξου κόσμου: η Παναγία ολόσωμη, με τα χέρια υψωμένα. Κατά την κοσμοθεωρία των Βυζαντινών η Πόλη είχε τεθεί υπό την προστασία της Θεοτόκου, και ως «Θεοφύλακτος» έμελλε να βασιλεύσει εσαεί. Από την Παναγία ζητούσαν σωτηρία οι κάτοικοί της σε κάθε δύσκολη στιγμή. Η εικόνα της Βλαχερνίτισσας, το Παλλάδιον της Πόλης, λιτανευόταν στις επάλξεις από τον κλήρο και το λαό για την απώθηση κάθε πολιορκητή. Στη λιτανεία της από τον Πατριάρχη Σέργιο το 626 μ.Χ. αποδόθηκε η σωτηρία της πόλης από τους Αβάρους, σε μια στιγμή που ο Αυτοκράτωρ Ηράκλειος απουσίαζε μαχόμενος τους Πέρσες. Ο λαός αγρύπνησε στο ναό των Βλαχερνών ψάλλοντας τον Ακάθιστο Υμνο, δοξάζοντας και ευγνωμονώντας την Υπέρμαχο Στρατηγό. Η Παναγία, μεγάλο συγκρότημα γύρω από την περικαλλή βασιλική, κάηκε το 1437. Ο σημερινός ταπεινός ναός, σε μια τειχισμένη αυλή, οικοδομήθηκε πάνω από το περίφημο αγίασμα το 1867, έχασε όμως τον εσωτερικό του διάκοσμο κατά τα Σεπτεμβριανά· τα βίαια ανθελληνικά επεισόδια της 6ης Σεπτεμβρίου 1955. Η ιστορική σημασία της είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη της αρχιτεκτονικής. Το να ακούσει κανείς τον περίφημο ύμνο εκεί όπου εψάλη για πρώτη φορά πριν από δεκατέσσερις αιώνες προκαλεί μεγάλη συγκίνηση. Κατά την τρίτη στάση των Χαιρετισμών συρρέουν εδώ οι απόφοιτοι του Ζωγραφείου Λυκείου και χοροστατεί ο Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος, απόφοιτος του Λυκείου και της Θεολογικής Σχολής, λόγιος, ποιητής και συγγραφέας. Πατριαρχικός ναός: Και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο ισχύει ότι η πνευματική του ακτινοβολία ξεπερνά κατά πολύ τον υλικό κόσμο των ενδιαιτημάτων του. Προτείνουμε μια επίσκεψη τη Μεγάλη Τρίτη, αφού δεν επικρατεί συνωστισμός, ενώ οι καλλίφωνοι ψάλτες του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου ψάλλουν το Τροπάριο της Κασσιανής κατά το βυζαντινό τυπικό. Προτού αποτραβηχθεί κανείς στην εκκλησία, αξίζει να περιδιαβάσει την κάποτε αμιγώς ελληνική συνοικία του Φαναρίου. Να θαυμάσει τις ανηφοριές με τα όμορφα ελληνικά τρίπατα σπίτια (1880 – 1920) και να ξετρυπώσει τις μικρές ενορίες που είναι κρυμμένες πίσω από τους μαντρότοιχους. Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η Παναγία των Μογγόλων (Μουχλιώτισσα), η μοναδική βυζαντινή εκκλησία που παραμένει σε χέρια ελληνικά, αλλά και η Μεγάλη του Γένους Σχολή, με τις εξαιρετικές τοιχογραφίες στην αίθουσα τελετών τους που μιμούνται την τεχνοτροπία της κλασικής αθηναϊκής τέχνης. Αν πάλι βρεθείτε στον Πατριαρχικό Ναό τη Μεγάλη Τετάρτη και τη Μεγάλη Πέμπτη, θα διαπιστώσετε ότι το τελετουργικό δεν διαφέρει από εκείνο στις εκκλησίες της Ελλάδας. Η μόνη διαφορά εντοπίζεται στην Πατριαρχική και συνοδική χοροστασία· δηλαδή στο ότι ιερουργεί ο Πατριάρχης συνεπικουρούμενος από μητροπολίτες του Πατριαρχικού Θρόνου. Το Πατριαρχείο είθισται άλλωστε να αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των Ελλαδιτών και των ορθόδοξων επισκεπτών από τη διασπορά. Σε αντίθεση, οι Ρωμιοί και οι πάροικοι της Πόλης αποφεύγουν να το επισκέπτονται κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, λόγω ακριβώς του μεγάλου συνωστισμού που παρατηρείται. Προτιμούν τις μικρές και απόκεντρες ενορίες, που βρίσκονται στα παράλια του Βοσπόρου ή τα Πριγκηπόννησα. Σ’ αυτές τις ενορίες (που μένουν σχεδόν έρημες όλο τον υπόλοιπο χρόνο) οι ημέρες του Θείου Πάθους και της Ανάστασης εορτάζονται κατανυκτικά, σε μιαν ατμόσφαιρα οικογενειακή και πλαισιωμένη από την απαράμιλλη ομορφιά της Πολίτικης περιφέρειας. Οι επτά επιτάφιοι και η Ζουλόπετρα: Καθαρά Πολίτικο έθιμο είναι και το Προσκύνημα των Επτά Επιταφίων, το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής που αποτελεί κοινό έθιμο σε όλες τις χριστιανικές κοινότητες της Πόλης. «Δεν είναι κάτι το θεσμοθετημένο», εξηγεί ο πρόεδρος του Συλλόγου Αποφοίτων Ζωγραφείου και της Ρωμαίικης Κοινότητας Νεοχωρίου, Λάκης Βίγκας. «Το είχαν και οι Καθολικοί και οι Αρμεναίοι. Η μητέρα μου, που ήταν Λεβαντίνα, το τηρούσε κι εκείνη», προσθέτει. Οι πιστοί επισκέπτονται επτά εκκλησίες και περνούν κάτω από τους Επιταφίους τους. «Μέσα στις επτά συμπεριλαμβάνουν και εκείνη του νεκροταφείου, όπου κείνται οι συγγενείς τους», εξηγεί ο Βασιλειάδης. «Τελούν τρισάγια στους τάφους και μοιράζουν κόλλυβα». Συχνά οι Πολίτικοι σύλλογοι οργανώνουν προσκυνήματα με λεωφορεία, που εκκινούν από την όπερα στην πλατεία Τάξιμ. Λεπτομέρειες μπορεί να βρει κανείς στις δύο ελληνικές εφημερίδες της Πόλης, την «Απογευματινή» και την «Ηχώ». Στην καρδιά του άλλοτε εβραϊκού γκέτο του Μπαλατά (Balat), συνοικίας που εκτείνεται μεταξύ του Φαναρίου και των Βλαχερνών, βρίσκεται ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, γνωστός και ως Αη Στράτης. Εδώ προσέρχονται οι Ρωμιοί τη Μεγάλη Παρασκευή για να περάσουν τη Ζουλόπετρα, μια στενή οπή στη βάση ενός τοίχου του ναού που βγάζει σε ένα μικρό δωμάτιο. Κατά την παράδοση, οι πιστοί διέρχονται το τρομακτικό αυτό πέρασμα τρεις φορές – αρχέγονη πράξη επίκλησης της καλής τύχης. Περιφορά επιταφίου στην Πρίγκηπο: Η συγκινητικότερη στιγμή του Πολίτικου Πάσχα είναι η περιφορά του Επιταφίου στους δρόμους της Πριγκήπου. Η Παναγία της Πριγκήπου είναι η μόνη ρωμαίικη ενορία που πραγματοποιεί περιφορά στους δρόμους. Σύμφωνα με το έθιμο που αναβίωσε το 2004, η ακολουθία ξεκινάει λίγο μετά τις πέντε, και ο Επιτάφιος βγαίνει κατά τις επτά. Τα πλοία για τα Πριγκηπόννησα εκκινούν από το Καμπάτας,στο στόμιο του Βοσπόρου, και η διαδρομή προς την Πρίγκηπο διαρκεί περίπου μιάμιση ώρα. Θυμάμαι έντονα την πρώτη εκείνη περιφορά, έπειτα από δεκαετίες απαγορεύσεων. Πίσω από την εντυπωσιακή Art Nouveau βαπορόσκαλα της Πριγκήπου υποδεχόταν τους προσκυνητές ένα μεγάλο πανό: «Καλό Πάσχα στους Ρωμιούς συμπατριώτες μας. Δημαρχία Πριγκηποννήσων». Στη μικρή πλατεία όπου σταθμεύουν οι άμαξες για το γύρο του νησιού βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας. Οι ψαλμωδίες ακούγονταν στην πλατεία, που ήταν γεμάτη από αστυνομικούς και αμαξάδες. Οι τελευταίοι κουβέντιαζαν αμέριμνα, αφού πελάτες για το γύρο του νησιού δεν βρίσκονταν. Ο δήμαρχος Πριγκηποννήσων υποδεχόταν τους πιστούς στον εξωνάρθηκα. Η Κατερίνα, μια μεσήλικη Ελληνοαμερικανίδα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο νησί, δάκρυζε συνεχώς. Εκείνη και ο άνδρας της δεν είχαν επισκεφθεί τη γενέτειρά τους για πάνω από τριάντα χρόνια. «Με κακές μνήμες φύγαμε», είπε και συμπλήρωσε: «Συγκινήθηκα που ήρθε ο δήμαρχος. Που μας δείχνουν πως τους αρέσει η παρουσία μας και η γιορτή μας», δήλωσε η Στέλλα, Πριγκηπιανή που τώρα πια ζει στη Θεσσαλονίκη. Η περιφορά έκτοτε γεμίζει την εκκλησία με κόσμο. Πριγκηπιανοί που επιστρέφουν στη γενέτειρά τους, αλλά και Πολίτες από όλη την Κωνσταντινούπολη. «Κάθε χρόνο ερχόμαστε, από τότε που επιτρέψανε την περιφορά», λέει η Ελλη, που έφθασε εδώ με τον σύζυγο, τα παιδιά και τους ηλικιωμένους γονείς της από το Μέγα Ρεύμα του Βοσπόρου. «Οταν ήμασταν νέοι, ήταν γεμάτες οι εκκλησίες. Σήμερα, κινδυνεύεις να βρεθείς μόνος με τον παπά», σχολιάζει η ηλικιωμένη μητέρα της. Καθώς η πομπή προχωράει, οι αμαξάδες παρατάσσονται στο πλάι σοβαροί και αμίλητοι. Προπορεύονται τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα, ακολουθεί η χορωδία, ο εσταυρωμένος και οι ιερείς, ενώ ακολουθούν πενήντα περίπου πιστοί με αναμμένα κεριά. Ανάμεσά τους βρίσκονται ξένοι και Τούρκοι δημοσιογράφοι. Μεγάλο εκκλησίασμα για μια ρωμαίικη ενορία της Πόλης σήμερα. Οι αστυνόμοι κυκλώνουν την πομπή, της ανοίγουν δρόμο και μιλούν ενίοτε στους ασυρμάτους. Οι καταστηματάρχες βγαίνουν στις πόρτες και στέκονται αμίλητοι. Πολλοί Τούρκοι περιεργάζονται ένα θέαμα που, στους περισσότερους, μοιάζει τόσο «εξωτικό» όσο μια πομπή βουδιστών μοναχών. Εχουν έλθει από την Ανατολία, δεν πρόλαβαν τους Ρωμιούς και δεν τους θυμούνται. «Ακου, τραγουδούν!» Μια κυρία βγαίνει στο παράθυρο με το κινητό ανοιχτό, για να ακούσει ο συνομιλητής της. Μία άλλη, στο δικό της, έχει υψώσει τα χέρια κατά το μουσουλμανικό τυπικό δέησης. Αν οι Τούρκοι νιώθουν καλοπροαίρετη περιέργεια, στους Ρωμιούς κυριαρχεί η συγκίνηση. Πολλοί από τους γηραιότερους κλαίνε. Ο Επιτάφιος συμβολίζει το θάνατο της δικής τους κοινότητας. Η Ανάσταση της Ομογένειας είναι αβέβαιη, και σίγουρα δεν θα πάρει τρεις μέρες. Η πομπή κάνει το γύρο της πόλης και επιστρέφει στην Παναγία. Ενας μεσήλικος κύριος στέκεται στην πόρτα του ναού και εύχεται στους πιστούς. Δεν είναι εκπρόσωπος καμιάς αρχής και κανείς δεν τον παρότρυνε να το κάνει. «Πολύ χαίρομαι που τελείται και πάλι η εορτή», λέει. Ονομάζεται Ρεφίκ και είναι καταστηματάρχης. «Πρόλαβα να δω την Πρίγκηπο μια μικρή Ελλάδα. Τότε πολύ λίγοι Τούρκοι μέναμε εδώ», τονίζει. «Θυμάμαι τις γιορτές του Πάσχα και τα Θεοφάνια. Τότε κάθε εκκλησία έβγαζε το δικό της Επιτάφιο, και οι πομπές έσμιγαν στο λιμάνι. Εκεί έριχνε ο παπάς και τον σταυρό των Θεοφανίων. Μετά όλα σταμάτησαν και το γιατί, νομίζω το γνωρίζετε καλύτερα από μένα», δήλωσε. Ανάσταση στο Νιχώρι: Η αναστάσιμη ακολουθία γεμίζει κάθε χρόνο τις εκκλησίες του Νεοχωρίου, της πιο ισχυρής σήμερα από τις ρωμαίικες κοινότητες του Βοσπόρου. Το άλλοτε μεγάλο ελληνικό χωριό έχει υμνήσει και ο Καβάφης, που πέρασε κάποια χρόνια της ζωής του εδώ, αφιερώνοντας ένα ποίημα στη φυσική ομορφιά του. «Την πρασινάδα που θα ‘δης εκεί να μην ελπίσης που σ’ άλλο μέρος θα την βρης.» Ψηλά στο λόφο, η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που κτίσθηκε το 1772, χάνεται μέσα στα δένδρα. Η εκκλησία της Παναγίας της Κουμαριώτισσας δεσπόζει στον κεντρικό δρόμο. Μία από τις δύο γίνεται κάθε χρόνο, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Φέτος, μας πληροφορεί ο Λάκης Βίγκας, είναι η σειρά του Αγίου Νικολάου, με το αριστουργηματικό εικονοστάσιο. Το εκκλησίασμα είναι πάντοτε ένα εθνικό και κοινωνικό «ψηφιδωτό». Οι λίγοι Νιχωρίτες υποδέχονται τους Ρωμιούς συμπολίτες τους, πολλοί από τους οποίους καταφθάνουν με Τούρκους και Αρμένιους φίλους, Ρώσους, Σέρβους και άλλους Ορθοδόξους, ντόπιους ή μετανάστες. Στο Νιχώρι μαζευόμαστε και όλοι οι Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι πάροικοι της Πόλης, πάντα σχεδόν με Τούρκους κοντινούς φίλους, τους οποίους διακατέχει η περιέργεια για τα υπό εξαφάνιση έθιμα των γηγενών της Πόλης.Στο Νιχώρι έρχονται ανελλιπώς εδώ και χρόνια και ο Αχμέτ και η Νέτζλα Οζγκιουνες, που ασπάσθηκαν πρόσφατα την Ορθοδοξία καθώς και οι κόρες τους. Η μία εκ των δύο είναι μάλιστα παντρεμένη με Ελληνα και ζει στη Θεσσαλονίκη. Η Ιντίλ, παντρεμένη με Ελληνα, ζει και αυτή στην Ελλάδα και ετοιμάζεται να βαπτισθεί. «Μου αρέσει η αισθητική της Ορθοδοξίας. Αλλά ούτε εγώ ούτε ο άνδρας μου είμαστε θρήσκοι», εξηγεί. «Είμαι παντελώς άθεος, αλλά μου άρεσε. Είναι μια όμορφη παράδοση», λέει ο Κενάν, που έχει συνθλίψει τα αυγά όλης της παρέας. «Σιγά παιδί μου, δεν τα τσουγκρίζουμε με τόση φόρα», γελάει η Ελληνίδα φίλη του, φοιτήτρια στην Κωνσταντινούπολη. Οι πιστοί αποχωρούν με τα κεριά αναμμένα και τα κόκκινα αυγά στο χέρι. Πολλοί κατευθύνονται προς το απέναντι καφενείο, όπου σερβίρεται μαγειρίτσα και άλλα καλά. Επικρατεί πανδαιμόνιο. Eνα νέο ζευγάρι πλησιάζει δειλά δειλά. «Συγγνώμη… σας είδαμε με τα κεριά… Τι γιορτάζετε; Τους εξηγούν και οι νεαροί λένε «Συγχαρητήρια!» «Μείναμε τόσο λίγοι που καταντήσαμε αντικείμενο περιεργείας», σχολιάζει δεικτικά μια γηραιά Ρωμιά. «Στο τέλος μόνο λέξεις, όπως το paskalya, που χρησιμοποιούν στα Τουρκικά για το τσουρέκι, θα τους θυμίζουν ότι υπήρξαμε, ζήσαμε εδώ». Πασχαλινό τραπέζι: Την Κυριακή του Πάσχα Ρωμιοί και Ελλαδίτες μαζεύονται σε κάποιες ενορίες που στήνουν πασχαλινά τραπέζια. Προς το μεσημέρι, εορτάζεται η Δεύτερη Ανάσταση και μετά σερβίρονται στους πιστούς πασχαλινά εδέσματα. Μία από τις κεντρικότερες ενορίες όπου προσέρχονται πλήθη για τη Δεύτερη Ανάσταση και το τραπέζι του Πάσχα είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου Διπλοκιονίου, δίπλα στην αγορά του Μπεσίκτας. Είναι μια πολύ καλά συντηρημένη τειχισμένη εκκλησία με ένα εντυπωσιακά σκαλισμένο επίχρυσο τέμπλο. Εδώ το Ευαγγέλιο διαβάζεται σε διάφορες γλώσσες και οι πιστοί συγκεντρώνονται στην αίθουσα των τελετών, όπου μοιράζονται σοκολατένια αυγά και παιγνίδια στα παιδιά. Ετσι κλείνει ο κύκλος της πασχαλινής εορτής, σε μια πόλη βαριά με τις μνήμες ενός ευτυχέστερου, για την ελληνική τουλάχιστον κοινότητά της, παρελθόντος.}

www.topontiki.gr

{6 Σεπτεμβρίου 1955: Πογκρόμ στην Πόλη. Το Κυπριακό βρισκόταν σε έξαρση, στα 1955. Την 1η Απριλίου, η ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), ξεκινούσε τον ένοπλο αγώνα, ύστερα από την αποτυχία των αγγλοελληνικών διαπραγματεύσεων. Στις 23 Αυγούστου, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Αντνάν Μεντερές, δήλωνε πως η Κύπρος ή θα έμενε κάτω από την αγγλική κυριαρχία ή θα δινόταν στη χώρα του. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, μια τριμερής διάσκεψη ξεκινούσε τις εργασίες της στο Λονδίνο. Για τις 7 του μήνα, η τουρκική κυβέρνηση είχε δώσει άδεια να γίνει συλλαλητήριο «κατά των ιμπεριαλιστικών βλέψεων της Ελλάδας στην Κύπρο». Το προηγούμενο απόγευμα, 6 Σεπτεμβρίου 1955, η εφημερίδα «Ινσταμπούλ Εξπρές» κυκλοφόρησε με τεράστιους τίτλους: «Βόμβα κατέστρεψε το σπίτι, όπου γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ, στη Θεσσαλονίκη». Το είπε και το κρατικό τουρκικό ραδιόφωνο. Έλειψε, όμως, ο συγχρονισμός: Η βόμβα έσκασε καμιά ώρα αργότερα, ενώ στην Πόλη πλήθη αγανακτισμένων Τούρκων πολιτών μαζεύονταν ήδη ζητώντας εκδίκηση. Στις 5 το απόγευμα, ομάδες νεαρών συγκροτούσαν μαχητικές διαδηλώσεις στις συνοικίες της Κωνσταντινούπολης. Κάποιοι ανάμεσά τους άρχισαν να φωνάζουν «Θάνατος στους Γκιαούρηδες». Από τις 6, ξεκίνησαν οι επιθέσεις και οι λεηλασίες ελληνικών καταστημάτων. Ως τις 8, η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο των κυβερνητικών πρακτόρων. Οι επιθέσεις απλώθηκαν στις συνοικίες, ο όχλος έβαζε φωτιά στις εκκλησίες, ανέτρεπε τάφους, λήστευε. Τα πρακτορεία μεταδίδανε φρικιαστικές εικόνες. Η προβοκάτσια στρεφόταν εναντίον του Μεντερές. Στις 8.30′, έφιππη αστυνομία και πυροσβεστική προσπάθησαν να διαλύσουν τα στίφη. Δεν τα κατάφεραν. Οι φωτιές αποτέφρωναν εκκλησίες κι ολόκληρες ελληνικές συνοικίες. Στις 10 τη νύχτα, κλήθηκε ο στρατός. Μεσάνυχτα, κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος. Μέσα στον χαμό, 2.057 Τούρκοι συνελήφθησαν για διαρπαγές και καταστροφές. Τρομακτικός ο απολογισμός: Δυο Έλληνες νεκροί. Ο ένας, γέρος καλόγερος που κάηκε ζωντανός μέσα στη μονή Βαλουκλή, όπου συλήθηκαν και οι τάφοι των πατριαρχών. Συλήθηκε και το ελληνικό νεκροταφείο του Σισλή. Από τις 84 χριστιανορθόδοξες εκκλησίες της Πόλης, έμειναν άθικτες οι εννέα. Οι 29 καταστράφηκαν από πυρκαγιές, οι 46 λεηλατήθηκαν. Ούτε οι σχολές γλίτωσαν. Αφαιρέθηκαν όσα μπορούσαν να μεταφερθούν, από τα ασημικά ως τα μολύβια του «Ζάππειου Παρθεναγωγείου» και της «Μεγάλης του γένους Σχολής». Καταστράφηκαν εγκαταστάσεις ελληνικών εφημερίδων. Ο παγκόσμιος τύπος, την άλλη μέρα, μιλούσε για βαρβαρικές επιδρομές. Ο Μεντερές έκανε δηλώσεις: Έφταιγαν οι κομμουνιστές. Στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθησαν ως δράστες της βομβιστικής ενέργειας ο φύλακας του τουρκικού προξενείου Μεχμέτ Χασάν Ογλού και ο φοιτητής Οκτάι Εγκίν που αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος και το έσκασε στην Τουρκία, όπου του έγινε υποδοχή ήρωα. Πέντε χρόνια αργότερα, στα 1960, ο Μεντερές ανατράπηκε από τον στρατό, δικάστηκε, καταδικάστηκε και εκτελέστηκε. Ανάμεσα σ’ αυτά, για τα οποία βρέθηκε ένοχος, ήταν και το πογκρόμ στην Πόλη. Ο ίδιος ο Μεντερές, στην απολογία του, το είχε χαρακτηρίσει πατριωτική πράξη.}

www.topontiki.gr

{12 Απριλίου 1204: Οι σταυροφόροι στην Πόλη. Στα 1185, στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης ανέβηκε ο Ισαάκιος Αγγελος. Κατάφερε να γλιτώσει την πρωτεύουσά του από το πλιάτσικο των στρατευμάτων της Γ’ Σταυροφορίας (1190), αναλαμβάνοντας να τα περάσει δωρεάν στην Ασία και να τα προμηθεύσει με φτηνά τρόφιμα. Μετά, το έριξε στην πολυτελή ζωή διασπαθίζοντας το δημόσιο χρήμα. Οταν άδειασαν τα ταμεία, ο Ισαάκιος δε δίστασε να κόψει κίβδηλο νόμισμα και να αφαιρέσει το χρυσό και το ασήμι από τα αφιερώματα των ναών. Αρχισαν εξεγέρσεις. Σε μια από αυτές, οι Βούλγαροι και οι Βλάχοι κατάφεραν να ιδρύσουν το δεύτερο βασίλειο της Βουλγαρίας. Σε μιαν άλλη, αρχηγός ήταν ο αδερφός του, Αλέξιος Γ’ Αγγελος που επικράτησε, συνέλαβε τον Ισαάκιο Αγγελο, τον τύφλωσε κι έκανε τον εαυτό του αυτοκράτορα (1195). Ξεκίνησε κι αυτός με σπατάλες αλλά χρήμα δεν υπήρχε. Προχώρησε στην άγρια φορολογία του λαού. Ηταν τέτοια η ανικανότητά του που οι διάφορες επαρχίες άρχισαν να ανεξαρτητοποιούνται, δημιουργώντας ξεχωριστά κράτη (η οικογένεια Γαβρά στην Τραπεζούντα, ο Ισαάκιος Κομνηνός στον Πόντο και την Παφλαγονία, ο Λέων Σγουρός στην Κόρινθο, Ναύπλιο και Αργος κ.λπ.). Στα 1202,άρχισε η Δ’ Σταυροφορία με αρχηγό τον κόμη της Φλάνδρας Βαλδουίνο (1171 – 1205). Υποτίθεται ότι θα πήγαιναν να ελευθερώσουν τους Αγιους Τόπους αλλά ξέμειναν στη Ζάρα της Δαλματίας όπου πλιατσικολογούσαν. Εκεί τους βρήκε ο Αλέξιος Δ’ Αγγελος που τον έστειλε ο πατέρας του (ο τυφλός Ισαάκιος) να ζητήσει βοήθεια. Ο Αλέξιος Δ’ τους είπε ότι το χρήμα βρισκόταν στην Πόλη κι όχι στη Ζάρα. Τους έταξε 200.000 ασημένια μάρκα, αν τον βοηθούσαν. Ο Βαλδουίνος πήρε τους σταυροφόρους του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, την οποία και πολιόρκησε (Ιούλιος του 1203). Ο Αλέξιος Γ’ αμύνθηκε στην αρχή. Επειτα, σκέφτηκε πιο ώριμα, πήρε ό,τι υπήρχε στο ταμείο του κράτους και το έσκασε, αφήνοντας πίσω ακόμα και την κόρη του, Ευδοκία. Ο τυφλός Ισαάκιος ξανάγινε αυτοκράτορας, με τον γιο του Αλέξιο Δ’ συναυτοκράτορα. Είχε φτάσει η ώρα της πληρωμής αλλά τα 200.000 ασημένια μάρκα δεν υπήρχαν. Ο Βαλδουίνος άρχισε ν’ ανυπομονεί, ο Ισαάκιος πέθανε κι ο Αλέξιος Δ’ σκέφτηκε τη φορολογία. Δεν πρόλαβε. Μια συνωμοσία οργανώθηκε, ο αυτοκράτορας πιάστηκε και στραγγαλίστηκε από τον Μούρτζουφλο, που, τον Φεβρουάριο του 1204, έγινε αυτοκράτορας με το όνομα Αλέξιος Ε’. Μαζί με τον θρόνο, ο Αλέξιος Ε’ πήρε και την Ευδοκία ως ερωμένη. Αρχισε να επισκευάζει τα τείχη και να μαζεύει στρατό. Ο Βαλδουίνος τον πήρε είδηση και πολιόρκησε την Πόλη στις 9 Απριλίου. Στις 12 Απριλίου του 1204, οι σταυροφόροι πήραν την Πόλη κι έκαναν τον Βαλδουίνο αυτοκράτορα.}

LiFO

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, Editorial, LiFO της 8-14/5/08

{…Λίγες μέρες μετά πήγα στην Ισταμπούλ-την άγρυπνη και διαβολεμένη. Κάθε φορά την αγαπώ περισσότερο. Πλημμυρισμένη λόγω Πάσχα από Ελληνες, με βροχή και δυνατό ήλιο, ένα μικρό δωμάτιο πάνω από το Βόσπορο, η μαγεία του νερού, τα φορτηγά πλοία, οι λόφοι με τα τζαμιά και μουεζίνης στις πέντε το πρωί. Ημουν μόνος και το ήθελα. Ραχάτι, καλό φαϊ και τούρκικα σκυλάδικα στο Tekyon. Και βεβαίως τα ψηφιδωτά της Χώρας-ποτέ δεν χορταίνω αυτό το αριστούργημα. Η ώρα της Ανάστασης … με βρήκε να περπατάω σε ένα σοκάκι του Σουλταναμέτ, για ένα ψαράδικο μαγαζί με γαρμπίλι, μαγκάλια στον κήπο και απόμακρες γάτες. Εφαγα και ήπια, κάτω από τα δέντρα, κλείνοντας το κινητό.}

http://antigrafeas.blogspot.com

{Αφιερωμένο σε μία Αγαπημένη Κωνσταντινοπολίτισα: Ο στιχουργός Ηλίας Κατσούλης μας μιλάει για τα τραγούδια με «Αρωμα Πόλης«: «Μένω σ’ ένα ξενοδοχείο της Ιστικλαλ Τζαντεσι (λεωφόρος της Ανεξαρτησίας), κοντά στο τέρμα του τραμ, στο περιβόητο δηλαδή Πέραν των Ρωμιών της Πόλης. Απέναντι είναι ένα δισκοπωλείο. Ανάμεσα στα τούρκικα τραγούδια παίζει ανά διαστήματα το βάλς του γάμου της Ελένης Καραΐνδρου. Περπατώ, λοιπόν, στην Πόλη. Τα μάτια και το μυαλό μου «σαν μαγεμένα φτερουγίζουν«. Προσπαθώ να χωρέσω, να χορτάσω όλες τις ομορφιές, όλα τ’ αρώματα. Σ’ αυτήν ταιριάζουν όλα τα σύνθετα επίθετα (όπως λέει ο Γιάννης Ξανθούλης) με πρώτο συνθετικό το πολύ: Πολύπαθη, Πολύβουη, Πολύμορφη, Πολυπόθητη. Έχω -τέλος- μαζί μου και το βιβλιαράκι του Θωμά Κοροβίνη: «Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη«. Το ανοίγω στη σελίδα 47 και απαγγέλλω: «Αυτή η πόλη σαν φωτιά περνάει από την καρδιά μας» του Sinasi Ordenoglu. Ξαναγυρίζω, όμως, στις μουσικές και τα τραγούδια. Πόσα τους πήραμε και πόσα μας πήραν κανείς δεν ξέρει. Ποιά δικά τους και ποιά δικά μας; Ποιός μπορεί να ξεχωρίσει; Η μουσική είναι η μόνη που δε χωρίζει τους λαούς -και μάλιστα γειτονικούς- και με τόσες χιλιάδες από αιώνων, εκεί Ελληνες έως το απεχθές και εγκληματικό ’55. Πόσο επιγραμματικά, απλά άλλα και εύστοχα το εξέφρασε εκείνος ο στίχος του Πυθαγόρα απο τη ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ! «Εσύ Χριστό, εγώ Αλλάχ … όμως οι δυό μας Αχ και Βαχ«. Τα τραγούδια με Άρωμα Πόλης θα μπορούσα να τα χωρίσω σε τρείς κατηγορίες: Α) Τα τραγούδια που γεννήθηκαν στην Πόλη απο Έλληνες επώνυμους και ανώνυμους: όπως «Σαν Τα Μάρμαρα Της Πόλης«, «Έχε Γειά Πάντα Γειά«, «Σαν Πας Στα Ξένα«, » Τικ Τακ«, «Καροτσέρης«, «Κυρ Κωστάκη Έλα Κοντά«. Β) Τραγούδια για την Πόλη που γράφτηκαν στην κυρίως Ελλάδα απο σπουδαίους καλλιτέχνες που γεννήθηκαν στην Πόλη και οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήρθαν και σταδιοδρόμησαν στην Ελλάδα: Εκτός απο τον περίφημο Αντώνη Διαμαντίδη που προαναφέρθηκε, στην κατηγορία αυτή ανήκουν: ο Κώστας Καρίπης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Κώστας Νούρος, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Γιώργος Μητσάκης, η Ρόζα Εσκενάζη, ο Ππόδρομος Τσαουσάκης κ.α. Μελωδίες και τραγούδια Τούρκικα με λόγια ελληνικά που θεωρούνται έτσι που ζημώθηκαν με τον ψυχισμό μας εντελώς δικά μας όπως το περιβόητο «Χαρικλάκι» με τη Ρόζα, (που πήρε την πατρότητα του Παναγιώτη Τούντα), το «Μπεγκλεντίν Ντα Μπεγερντίν» με τον Στέλιο Καζαντζίδη ή «Σε Περίμενα Να ‘ρθείς» (η ελληνική του απόδοση) με τον Νίκο Ξανθόπουλο το «Σήκω Χόρεψε Κουκλί Μου» το «Μανόλια» και τόσα άλλα. Αλλά ποιο είναι τελικά το μουσικό άρωμα της Πόλης: Άπιαστο, αν και τόσο γνώριμο και οικείο, δεν περιγράφεται. Το νιώθεις, το αισθάνεσαι μέσα από της μουσικής τα χρώματα. Είναι κράμα πολλών αρωμάτων. «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα τραγούδια μας» για να παραφράσουμε τον Ελύτη. Όμως, κανένας δεν έχει περιγράψει -απ’ όσο ξέρω- καλύτερα το μουσικό άρωμα της Πόλης από τον Θωμά Κοροβίνη: «Είναι μισμαγιά και μακελάρικο χασάπικο, ουσάκ και νιαβέντι, μπεκτασίδικο ιλαχί και πατριαρχική ψαλμουδιά, καρσιλαμάς και τανγκό, τύμπανο του Ραμαζανιού και Υπερμάχω«. Εκεί, λοιπόν, που σμίγει η Δύση με την Ανατολή αναδύεται ένα σπάνιο, ένα μοναδικό άρωμα κανέλλας. Το άρωμα ΠΟΛΗΣ. Τυχεροί όσοι αισθάνονται και απολαμβάνουν την ευωδία του«.}

Ροίδη Εμμονές

{H συμβολή του ορθοδόξου κλήρου στην πτώση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε καθοριστική και οφείλουμε να του την αναγνωρίσουμε. Το γεγονός επιτεύχθει με συντονισμό 4 παραγόντων. α) Αποψίλωση του στρατού λόγω μοναχισμού. β) Ψυχολογικό πόλεμο πως η Πόλη πέπρωται να πέσει. γ) Παρασκηνιακές συνεννοήσεις και αυτομολήσεις με και προς τον εχθρό. δ) Σαμποτάζ της βοήθειας των δυτικών. Πρωταγωνιστής αυτής της θεάρεστης προσπάθειας υπήρξε ο μοναχός Γεννάδιος, που αργότερα εισέπραξε την ανταμοιβή του, προαγόμενος από τον Σουλτάνο σε πατριάρχη, φορτωμένος με τιμές και προνόμια. Την ώρα που ο Ουνίτης αυτοκράτορας Κων. Παλαιολόγος Δραγάτσης και ο πελοποννήσιος καρδινάλιος Ισίδωρος, πολεμούσαν, ο Γεννάδιος οι καλόγεροι και ο όχλος υπονόμευαν την άμυνα σκορπίζοντας με τις κατάρες και τις προφητείες τους ηττοπάθεια και μοιρολατρία. χολωμένοι που στον πατριαρχικό θρόνο κάθισε και χοροστάτησε ο Ισίδωρος. Ο τελευταίος, όντας διορισμένος από την Πόλη προκαθήμενος της ρωσικής Εκκλησίας, δραπέτευσε από τον μαινόμενο τσάρο που τον φυλάκισε ως προδότη της Ορθοδοξίας και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον πάπα που μετά την οικουμενική Σύνοδο της Φλωρεντίας ήταν πιά αρχηγός όλης της χριστιανοσύνης. Αποστολή του να επικυρώσει την Ένωση των Εκκλησιών και να βοηθήσει στην άμυνα. Από τα χέρια του κοινώνησε ο αυτοκράτορας στην οικουμενική λειτουργία που τελέστηκε στην Αγία Σοφία, όπου μνημονεύθηκε ο πάπας … -η συνέχεια, εδώ}

Το Βήμα-Βιβλία

{«Το Τζιμπαλί «του παλαιού καλού καιρού» είναι χρόνια τώρα που έχει οριστικά χαθεί» γράφει ο Ακύλας Μήλλας στον πρόλογό του στο βιβλίο Ενορία της Αγιάς Κωνσταντινουπόλεως, Τζιμπαλί. «Μαζί του έσβησε και όλος ο ποικίλος εκείνος κόσμος των οσπιτάνων, των πεκιάρηδων και των οικατόρων του. Εντελώς δε πρόσφατα μεγάλο τμήμα της παλαιάς επικράτειας εξαφάνισαν οι απαλλοτριώσεις των πολυσυζητημένων έργων μιας δήθεν αναβαθμίσεως της περιοχής Κερατίου». Και ενώ ένα ακόμη χτύπημα της μοίρας (από φυσικά αίτια αυτή τη φορά) πλήττει την περιοχή, τον μαχαλέ-ι Αγιά, ένα βιβλίο έρχεται να μιλήσει στη μνήμη. Τα κεφάλαια που το αποτελούν έχουν τίτλους: Κεράτιος κόλπος, Ενορία της Αγιάς, οσπίτανοι και οικάτορες, με ενότητες Ναός Αγίου Νικολάου, Παρεκκλήσιο και αγίασμα Αγίου Χαραλάμπους, «Γκιαβγκίρι» επιτροπικό, Διοίκηση ενορίας, Εκπαιδευτήρια, Συσσίτια, Γυμναστικός σύλλογος «Αχιλλεύς», Γυμναστικός Διδασκαλικός Σύλλογος, Λέσχη «Μνημοσύνη». Το τελευταίο κεφάλαιο έχει τίτλο Πεκιάρικα και πεκιάρηδες και αναφέρεται στους μάστορες και εργάτες που έρχονταν στην Πόλη για να εξοικονομήσουν χρήματα και συνήθως κατοικούσαν στους χώρους εργασίας και ήταν παρόντες σε όλες τις μικροεπιχειρηματικές (και όχι μόνο) δραστηριότητες… -η συνέχεια, εδώ}

Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα

{Θέλω να μου πείτε ποιος είστε και που έχετε γεννηθεί. Με λένε Δημήτριο Καλούμενο, γεννήθηκα στην Κωνσταντινούπολη την 1η Ιανουαρίου του 1912. Σήμερα 92 έτη. Ήμουν ανταποκριτής της εφημερίδας «Έθνος» Αθηνών και της ‘Μακεδονίας’. Ήμουν και φωτογράφος πατριάρχου από το 1940 μέχρι το 58 που με διώξανε. Ήμουν διευθυντής τα τελευταία 10 χρόνια του πρακτορείου εφημερίδων των Αθηνών στο οποίο από την πρώτη το 1932 ήμουν υπάλληλος και μετά τον θάνατο του αειμνήστου Γιάννη Κοπούλου έγινα εγώ διευθυντής του πρακτορείου […] Δεν σας έχει λείψει καθόλου η Κωνσταντινούπολη; Μου έλειψε. Η Κωνσταντινούπολις είναι η πόλις των Ελλήνων. Από το 660 π.Χ. από την εποχή του Βύζαντος, είναι ελληνικός ο χώρος αυτός. Επί 2 χιλιετηρίδες, η πρωτεύουσα της ανθρωπότητας. Πρώτα με το Βυζάντιο και δεύτερο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Άλλο η Οθωμανική Αυτοκρατορία, άλλο η Τουρκική Δημοκρατία. Ποια είναι καλύτερη; Ίδια γεύσις. Η Αυτοκρατορία τα τελευταία χρόνια επειδή είχε χάσει κάθε δύναμη και κάθε αξία αναγκάστηκε να ανεχτεί τις μειονότητες και τα τελευταία 100 χρόνια υπήρξε μία ελευθερία στις μειονότητες και ανεπτύχθησαν. Όσον η ελληνική ανεπτύχθη, όσον η εβραϊκή, τόσο και η αρμενική. Απ’το 94 και το 14 είχαν τις σφαγές των Αρμενίων. Από το 90 στο 900 και στο 23 εξόριζαν και έσφαζαν τους Έλληνες. 3.500.000 Έλληνες έχουν σφαγιαστεί. 1.500.000 Αρμένηδες. Ξέχωρα, η Τουρκία είναι ένα κράτος δημιούργημα σφαγής, εξισλαμισμού και γενοκτονίας. Και μέχρι σήμερον υπάρχουν 52 φυλές μέσα στην Μικρά Ασία-η συνέχεια, εδώ}

Tου Ανδρέα Καστρίσιου από το GRTR News

ΝEJAT GÜLEN: Όψεις της Χάλκης και των ανθρώπων της

{…Περιγράφοντας τα θρησκευτικά έθιμα των Ρωμιών της Χάλκης, ο Nejat Gülen χρησιμοποιεί απλό και κατανοητό ύφος. Ας μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο απευθύνεται κατά βάση σε μη-Χριστιανούς αναγνώστες. Παρ’ όλα αυτά η παράθεση των πληροφοριών κάθε άλλο παρά στείρα είναι. Ο συγγραφέας αναφέρει χαρακτηριστικές αναμνήσεις του από τη συμμετοχή των Ρωμιών και των Τούρκων στους εορτασμούς. Ονοματοδοτεί ορισμένες από τις γιορτές και τα έθιμα βασει των ευχών που αντάλασσαν οι Ρωμιοί μεταξύ τους. Τα Κάλαντα των Χριστούγεννων τα αποκαλεί «Αya Vasili Erkete» ενώ η Αναστάσιμη Ακολουθία στη Θεολογική Σχολή αποκαλείται «Hristos Anesti». Αναπολεί το βάψιμο των αυγών, την Αφή του Αγίου Φωτός, τα κεριά στους ναούς και εκφράζει ορισμένες απορίες του για την ορθόδοξη πίστη. Και ενώ όλα αυτά παρατίθενται σε οκτώ σελίδες, ο συγγραφέας αφιερώνει μόλις μία σελίδα στην περιγραφή των εορτασμών των τουρκικών εθνικών επετείων και των μουσουλμανικών εορτών. Ερχόμενος στην οικονομική ζωή του νησιού, ο Nejat Gülen δεν θα μπορούσε να παραλείψει να αναφέρει την πρωτοπορία που επέδειξαν οι Ρωμιοί σε αυτόν τον τομέα. Απο παλιά οι Ρωμιοί αποτελούσαν το σύνολο των καταστηματαρχών και των πλανοδίων πωλητών του νησιού. Αυτοί ήταν που διαλαλούσαν στα Ρωμέικα, την πραμάτειά τους στους δρόμους του νησιού […] Το μπακάλικο του Λεωνίδα Σακκόπουλου στην οδό Ayyıldız διέφερε κατά πολύ από τα άλλα. Ο ίδιος έμοιαζε περισσότερο με υπάλληλο γραφείου. Ήταν εξαιρετικά ευγενικός. Η διακόσμηση του καταστήματος και η τοποθέτηση των προϊόντων διέφεραν κατά πολύ από τα άλλα. Δεν έβρισκες στο πάτωμα τσουβάλια με πατάτες, ρύζι ή ζάχαρη […] στο κατάστημα υπήρχε ένας αέρας που παρέπεμπε σε ένα μισοσκότεινο φαρμακείο. Αν και πίσω από τον πάγκο του, ο Σακκόπουλος έδειχνε πόσο μπροστά βρισκόταν επαγγελματικά. Φορούσε πάντοτε στολή και άκουγε με επαγγελματική σοβαρότητα τον κάθε πελάτη. Οι Ρωμιοί πρωτοπορούσαν και διέπρεπαν σε όλα τα τα επαγγέλματα. Ο Gülen τονίζει πως εκτός από τον İsmail, όλοι οι υπόλοιποι κουρείς του νησιού ήταν Ρωμιοί. Ρωμιοί ήταν επίσης πολλοί επιδιορθωτές υποδημάτων, νερουλάδες, κρεοπώλες, ψαράδες, αρτοποιοί, αμαξάδες κλπ… η συνέχεια, εδώ}

http://www.simerini.com.cy/

EΙΡΗΣΘΩ

ΛΑΖΑΡΟΣ Α. ΜΑΥΡΟΣ

{Σ Τ Η ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ τους, στην Κωνσταντινούπολη, υπέφεραν γιατί ήσαν Έλληνες. Και στην Ελλάδα, όπου οι Τούρκοι τους ανάγκασαν να εκτοπιστούν, σαν… Τούρκους και «τουρκόσπορους» τους αντιμετώπιζαν, τότε, κάποιοι, πολλοί, Ελλαδίτες! Οι Έλληνες της Πόλης. Οι Ρωμιοί. Ένα ακόμα μαρτυρικό κομμάτι του εαυτού μας. Που θά ‘πρεπε νά ‘ναι ιδιαίτερα οικείο στους Έλληνες της Κύπρου, έτσι που Εγγλέζοι και Τούρκοι μεθόδευσαν (αμφότεροι) και διέπραξαν (οι δεύτεροι) το φρικτό Πογκρόμ των Σεπτεμβριανών του 1955, με το Κυπριακό ως π ρ ό σ χ η μ α, απέναντι σε μια δουλική, φόβου υποτελή και εξ Ουασινγκτόνος ελεγχόμενη Αθήνα…
Η Σ Τ Η Λ Η είχε καταπιαστεί, 1η Ιουλίου ε.έ. με το Α’ Παγκόσμιο Συνέδριο των Κωνσταντινουπολιτών, με θέμα «Συνάντηση στην Πόλη: Το παρόν και το μέλλον», που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου Λυκείου και με τη συμμετοχή και Ρωμιών της Πόλης, της Ίμβρου, της Τενέδου και του εξωτερικού. Κύριο θέμα των ομιλιών κ α ι Τούρκων πανεπιστημιακών, που μίλησαν στο συνέδριο, ήταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η συμφορά που υπέστη η αυτόχθων ελληνική κοινότητα της Πόλης από την καταστροφή των Σεπτεμβριανών του 1955 και εντεύθεν. Από τις 110.000 Ελλήνων, απέμειναν μερικές, μόλις, εκατοντάδες στην Πόλη.
Ε Ι Χ Α Μ Ε προβάλει, επίσης, και το κορυφαίο βιβλίο, έργο ζωής του παγκοσμίως γνωστού Ελληνοαμερικανού επιστήμονα Σπύρου Βρυώνη για το «Μηχανισμό της Καταστροφής», διά του οποίου το τουρκικό κράτος οργάνωσε το Πογκρόμ των Σεπτεμβριανών του ’55. Στη Λευκωσία, προ μηνών, έγινε η δημόσια παρουσίασή του από διακεκριμένους πανεπιστημιακούς. Το βιβλίο μεταφράστηκε και θα κυκλοφορήσει οσονούπω στα ελληνικά.
Π Ω Σ, όμως, αποτυπώνεται ο τρόπος που οι ί δ ι ο ι οι Έλληνες της Πόλης, οι Πολίτισσες και οι Πολίτες Ρωμιοί, βίωσαν τους διωγμούς; Τι κουβαλούν στο νου και στις ψυχές τους διωγμένοι από τη Βασιλεύουσα της καρδιάς τους; Όσοι είχαν δει την ταινία του Τάσου Μπουλμέτη «Πολίτικη Κουζίνα» θα πήραν, ίσως, κάποιες ελάχιστες γεύσεις. Δυο ακόμα βιβλία, μυθιστορήματα, προσθέτουν π ο λ ύ τ ι μ α στοιχεία για να καταλάβει και να συνυποφέρει κανείς την ανοικτή πληγή, από το Πέρα ως τα Ταταύλα, από τον Γαλατά στο Μέγα Ρεύμα, από τα Ψωμαθειά στο Μπαλουκλή…
– Το «γιοκ τζάνιμ», του Δημήτρη Τσαλίδη, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 2005 που διασώζει και την πολίτικη διάλεκτο, με πολλά κοινά στοιχεία με την κυπριακή.
– Το «Θεανώ: Η λύκαινα της Πόλης», της Λένας Μαντά, εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2006.
Καλό διάβασμα…}

Oρθοδοξία – http://www.geocities.com/kostasrokas/

Περιοδικό: «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ»
Ενότητα: «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ»
Τεύχος 48, Μάϊος-Ιούνιος 2006

{Η Προφητεία του Γέροντος Παϊσίου (1924-1994) για την Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τους Αγιορείτες Πατέρες, σήμερα (2008) βρισκόμαστε κοντά στην εκπλήρωσή της

Ο Γέροντας Παΐσιος αποκαλύπτει στον Ανέστη Μαυροκέφαλο, τα γεγονότα που θα προηγηθούν της παράδοσης της Κωνσταντινούπολης στους Έλληνες, όπως επίσης και ορισμένα από εκείνα που θα ακολουθήσουν

Καθώς η καταγωγή μας είναι απ’ την Καππαδοκία και η μία γιαγιά μας κατάγεται απ’ το χωριό του Γέροντα, απ’ τα Φάρασα, ενώ η άλλη απ’ την Καισάρεια, έχουμε κοινές ρίζες με το Γέροντα, και επειδή εκείνα τα μέρη μας πονάνε ιδιαίτερα τώρα που είναι σε ξένα χέρια, ρωτούσα συνέχεια το Γέροντα για την Τουρκία, τι θα γίνει με τον Ελληνισμό και άλλα σχετικά. Κάποτε, είχα πάει στο Γέροντα με ένα φίλο μου και εκεί συναντήσαμε μία παρέα από πέντε παιδιά. Τότε, ρώτησα το Γέροντα ποιές προέβλεπε να είναι οι εξελίξεις σχετικά με την Τουρκία. «Γέροντα», του λέω, «απ’ την Αλεξανδρούπολη είμαστε. Μήπως μας πιάσει η μπόρα κατά κει;» Μου απαντά: «Κοίταξε να δεις. Οι Τούρκοι δε θα μπουν στην Αλεξανδρούπολη. Θα κάνουν μόνο μία πρόκληση στην Ελλάδα, που θα έχει σχέση με την αιγιαλίτιδα ζώνη. Και εμάς θα μας πιάσει πείνα. Θα πεινάσει η Ελλάδα. Και επειδή θα κρατήσει αυτή η μπόρα κάποιο διάστημα, μήνες θα είναι, θα πούμε το ψωμί ψωμάκι». Μετά ρωτάω: «Γέροντα, πώς θα καταλάβω εγώ ότι θα είμαστε κοντά στον πόλεμο;» «Όταν», λέει, “θα ακούσεις την τηλεόραση να γίνεται θέμα για τα μίλια, για την επέκταση των μιλίων (της αιγιαλίτιδας ζώνης) από 6 σε 12 μίλια, τότε από πίσω έρχεται ο πόλεμος. Ακολουθεί”. Λέω: «Και ποια κράτη θα συμμετέχουν;» «Κοίταξε, μετά την πρόκληση των Τούρκων, θα κατεβούν οι Ρώσοι στα Στενά. Όχι για να βοηθήσουν εμάς. Αυτοί θα έχουν άλλα συμφέροντα. Αλλά, χωρίς να το θέλουν, θα βοηθάνε εμάς. Τότε, οι Τούρκοι για να υπερασπισθούν τα Στενά, που είναι στρατηγικής σημασίας, θα συγκεντρώσουν εκεί και άλλα στρατεύματα. Παράλληλα δε, θα αποσύρουν δυνάμεις από καταληφθέντα εδάφη. Όμως, θα δουν τότε τα άλλα κράτη της Ευρώπης, συγκεκριμένα η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία και άλλα έξι-εφτά κράτη της ΕΟΚ, ότι η Ρωσία θα αρπάξει μέρη, οπότε θα πουν: «Δεν πάμε κι εμείς εκεί πέρα, μήπως πάρουμε κανένα κομμάτι;» Όλοι, όμως, θα κυνηγούν τη μερίδα του λέοντος. Έτσι, θα μπουν και οι Ευρωπαίοι στον πόλεμο». Σ’ αυτό το σημείο ρωτάω: «Εμείς, τι θα κάνουμε; Ο ελληνικός στρατός θα πάρει μέρος σ’ αυτόν τον πόλεμο;» «Όχι» λέει. «Θα βγάλει η κυβέρνηση απόφαση να μη στείλει στρατό. Θα κρατήσει στρατό μόνο στα σύνορα. Και θα είναι μεγάλη ευλογία που δε θα πάρει μέρος. Γιατί, όποιος πάρει μέρος σ’ αυτόν τον πόλεμο, χάθηκε… Τότε, επειδή στην Ελλάδα ο κόσμος θα φοβηθεί, πολλοί θα στραφούν προς την Εκκλησία, προς τον Θεό, και θα μετανοήσουν. Γι’ αυτό, επειδή θα υπάρξει μετάνοια, δε θα πάθουμε κακό οι Έλληνες. Ο Θεός θα λυπηθεί την Ελλάδα, επειδή ο κόσμος θα στραφεί προς την Εκκλησία, προς το Μοναχισμό και θα αρχίσουν να προσεύχονται. Και θα Βαπτισθούν πολλοί Τούρκοι. Τότε, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα συμβάλει ως μεσάζοντας, να δοθεί η Πόλη στην Ελλάδα. Είναι ευλαβής, είναι καλός». «Γέροντα», τον ρωτάω μετά, «την Πόλη θα την δώσουν σ’ εμάς;» «Θα την δώσουν σε μας, όχι επειδή θα το θέλουν, αλλά επειδή αυτή η λύση θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ξένων. Τότε θα το καταλάβουν αυτό. Αυτά που σου λέω, μην τα πεις σε κανένα. Θα σε βγάλουν τρελλό. Γιατί δεν είναι ώριμες οι συγκυρίες ακόμα. Τότε θα το καταλάβεις». Αυτή η συζήτηση με το Γέροντα έγινε το 1991, όταν υπηρετούσα στο στρατό. ‘Αλλη φορά, ο Γέροντας είπε: «Η διοίκηση της Πόλης, από μας, θα είναι και στρατιωτική και πολιτική». Γνώρισα και τρεις αξιωματικούς που είχαν πάει στο Γέροντα. Απ’ τους τρεις αξιωματικούς ο ένας έλεγε: «Μόνο σε μένα ο Γέροντας είπε πως θα είμαι διοικητής στρατιωτικού τμήματος στην Πόλη. Στους άλλους δεν ανέφερε τίποτε». Κάποια άλλη παρέα είχε πάει στο Γέροντα. Ένας απ’ αυτούς σπούδαζε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης. Σε μια στιγμή, γυρίζει ο Γέροντας, τον δείχνει με το δάκτυλο – αυτός, σημειωτέον, πήγαινε στο Γέροντα για πρώτη φορά – και του λέει: «Εσύ, σαν πολιτικός μηχανικός, θα συμβάλεις στην ανοικοδόμηση της Πόλης, γιατί η Πόλη θα ανοικοδομηθεί απ’ την αρχή». Γύρισε και τον έδειξε με το δάκτυλο μπροστά σε όλους. Το παιδί, τότε, ήταν φοιτητής. Μετά, ο Γέροντας γυρίζει σε μένα και λέει: «Κι εσύ, Ανέστη, θα πας στην Πόλη. Κι εσείς οι δύο – έδειξε εμένα και τον φίλο μου – θα πάτε στην Πόλη, αλλά για άλλο σκοπό». Δε μου τον φανέρωσε το σκοπό. Μετά απ’ αυτό, μου μπήκε η επιθυμία να μάθω τουρκικά. Μια άλλη φορά που είχα πάει στο κελλί του Γέροντα, έτυχε να είναι μέσα ένας πρώην μουσουλμάνος από τη Θράκη. Τον πιάνω και του λέω: «Εσύ πώς συνέβη και ήλθες εδώ, στο Γέροντα;» Σταύρο τον έλεγαν. «Άσε», λέει, «κάτσε να σου πω. Ο Γέροντας μας έκανε ένα πολύ μεγάλο θαύμα και πίστεψε όλη η οικογένειά μου. Μετά ήλθε στο χωριό και φρόντισε να Βαπτισθούμε». Και σε άλλη επίσκεψή μας στην Παναγούδα, ήταν παρών και ο μουσουλμάνος που Βαφτίσθηκε, ο Σταύρος. Τότε, πάλι μας ανέφερε ο Γέροντας για τα γεγονότα, πώς θα εξελιχθούν με την Κωνσταντινούπολη. Και όταν έφθασε στο σημείο που θα πονέσει η Ελλάδα και είπε ότι, εμάς, θα μας αγγίξει η πείνα, λέει ο κύριος Σταύρος: «Γέροντα, να κρατήσω ένα σακκί αλεύρι για να μπορέσω ν’ αντιμετωπίσω εκείνη την περίοδο και να μην πεινάσουν τα παιδιά;» «Όχι», του λέει, «μην παίρνεις, γιατί ο γείτονάς σου θα έχει αλεύρι και θα σου δώσει»! Δηλαδή, προείδε ο Γέροντας ποιός θα βοηθήσει τον κύριο Σταύρο στην περίοδο της πείνας. Εκείνος φυσικά θα ζει σε χωριό. Τώρα, εμείς που ζούμε στις πόλεις, θα πούμε το ψωμί ψωμάκι. Γι’ αυτό, άλλη φορά, ο Γέροντας έλεγε: «Να έχετε ένα κτηματάκι και λίγο να το καλλιεργείτε. Κοντά σε σας, θα βοηθήσετε και κάποιον που δεν θα έχει».}


2 Σχόλια to “9.- Διάβασα & μου άρεσαν –>”

  1. Σημειώνω ότι κρατώ τη σύνταξη, τη στίξη, τη γραμματική και το συντακτικό των αρθρογράφων των παραπάνω αποσπασμάτων🙂

  2. Χαίρετε αδελφοί και συγχαρητήρια για το εξαιρετικό περιεχόμενό σας. Θέλω να σας ενημερώσω πως λόγω της οριστικής διακοπής του server Geocities, η ιστοσελίδα που περιέχει το θέμα «Η Προφητεία του Γέροντος Παϊσίου (1924-1994) για την Κωνσταντινούπολη», μεταφέρθηκε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://sites.google.com/site/orthodoxy1054/ ενώ το συγκεκριμένο θέμα στην ηλεκτρονβική διεύθυνση: http://sites.google.com/site/orthodoxy1054/e-propheteia-tou-gerontos-paiesiou-1924-1994-gia-ten-konstantinoupole
    Σας χαιρετώ και πάλι συγχαρητήρια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: