Συμβολισμοί στο Φανάρι…

Η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου σε 1ο πλάνο...

...και σε 2ο πλάνο, η τουρκική σημαία.

Καμιά φορά, μία φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις, λένε. Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες τα λένε όλα: η βουλγαρική εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στην περιοχή Φανάρι της Πόλης (μόλις βγεις από το στενό του Πατριαρχείου μας στην παραλιακή οδό του Κεράτιου, στο αριστερό σου χέρι), σε πρώτο πλάνο.

Σε δεύτερο πλάνο, η τουρκική σημαία ζωγραφισμένη με γκράφιτι σε παρακείμενο τοίχο, λες και σκεπάζει το ιστορικό κτίριο. Οι συνειρμοί, προφανείς…

Για την ιστορία: οι θρύλοι λένε ότι ο ναός των Βουλγάρων ανηγέρθη σε ελάχιστο χρονικό διάστημα  (μέσα σε 1 νύχτα?), γιατί υπήρχε φιρμάνι του Σουλτάνου: η άδεια ανέγερσής του ίσχυε  για ελάχιστο χρονικό διάστημα (τεχνητό εμπόδιο για να μην  κτισθεί!). Έτσι η Εκκλησία είναι «προκάτ»: τα μεταλλικά της κομμάτια φτιάχτηκαν στην Ευρώπη, μεταφέρθηκαν πλωτά στην Πόλη και βιδώθηκαν-συναρμολογήθηκαν πάραυτα, ώστε το πρωί της άλλης μέρας να ήταν όρθιος ο ναός!

Ερώτημα: αν συνδυάσεις τις 2 φωτογραφίες από τη σύγχρονη εποχή και την ιστορία του ναού από την οθωμανική εποχή, πότε νομίζεις ότι ήταν δυσχερέστερη η θέση των θρησκευτικών μειονοτήτων στη γείτονα χώρα? Τώρα ή τότε?

~ από Ταξιδιώτης στο Μαΐου 9, 2010.

4 Σχόλια to “Συμβολισμοί στο Φανάρι…”

  1. Αγαπητέ Ταξιδιώτη
    Όντως, μία φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Επειδή όμως οι προφανείς συνειρμοί μπορεί να μας οδηγήσουν και σε λάθος συμπεράσματα, μάλλον χρειάζονται και δύο χιλιάδες λέξεις ως λεζάντα.
    Βλέποντας την φωτογραφία ο δικός μου συνειρμός ήταν ότι και το μισοφέγγαρο αλλά και η νεογοτθική – νεομπαρόκ βουλγαρική εκκλησία του Αγίου Στεφάνου είχαν σε διαφορετικό χρόνο τον ίδιο στόχο που δεν είναι άλλος από το οικουμενικό πατριαρχείο. Όντως όπως λέει ο σχετικός θρύλος ο ναός έγινε εν μια νυκτί, αλλά όμως μεταφορικά, διότι δεν υπήρξε από το Σουλτάνο κανένα τεχνητό εμπόδιο ώστε να μην κτισθεί. Το αντίθετο, έπρεπε να κτισθεί ταχύτατα για να αιφνιδιασθεί το οικουμενικό πατριαρχείο.
    Ας αφήσουμε λοιπόν τους θρύλους και ας πάμε στην ιστορία. Από τις αρχές του 19ου αιώνα το Πατριαρχείο είχε να αντιμετωπίσει τον καινοφανή εθνικισμό, που απειλούσε με διάσπαση το ορθόδοξο ποίμνιο του.
    Μετά την αποσκίρτηση της Ελλαδικής Εκκλησίας το 1833 και την αναγνώριση της από το Πατριαρχείο με τον Τόμο του 1850, ακλούθησε το αίτημα από τους Βουλγάρους εθνικιστές για ίδρυση ανεξάρτητης Βουλγαρικής Εκκλησιάς, μολονότι δεν είχε προηγηθεί ίδρυση βουλγαρικού κράτους. Κατά τη διάρκεια της «βουλγαρικής αναγέννησης» και εν έτει 1849, οι Βούλγαροι της Πόλης απέκτησαν δικό τους ξύλινο ναό, καθώς ένας Οθωμανός αξιωματούχος βουλγαρικής καταγωγής ο Knyaz (πρίγκηψ) Stefan Bogoridi, δώρισε την περιουσία του που βρίσκονταν στο Φανάρι. Το 1850 κατασκευάστηκε απέναντι από την εκκλησία, ένα μεγάλο τριώροφο πέτρινο κτίριο με 25 δωμάτια το λεγόμενο Metoh (μοναστήρι). Έτσι, 300 μέτρα μακριά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δημιουργήθηκε ένα βουλγαρικό πνευματικό κέντρο, από όπου όπως υπερηφανεύονται οι βουλγαρικές πηγές και κάτω από τη μύτη των Φαναριωτών, οι Βούλγαροι διενεργούσαν τον αμείλικτο αγώνα τους για ανεξάρτητη ιεραρχία. Σχεδόν ανακτορικό οικοδόμημα, απετέλεσε αργότερα έδρα και «παλάτι»του Βουλγαρικού Πατριαρχείου.
    Στις 6 -12-1868, ο Βούλγαρος επίσκοπος του Βίντιν Άνθιμος (Αντίμ), αποκήρυξε την εξουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και λειτούργησε για πρώτη φορά στην Βουλγαρική γλώσσα. Στις 28 Φεβρουαρίου 1870 ο Σουλτάνος Abdulaziz εξέδωσε αυτοκρατορικό διάταγμα (φιρμάνι) διατυπωμένο στην Βουλγαρική, Τουρκική και Ελληνική γλώσσα, με το οποίο εγκαθιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία (de-facto αυτοκεφαλία) με έδρα την Πόλη. Διατηρήθηκε επί 45 χρόνια, μέχρι το 1915 οπότε καταργήθηκε από τις Τουρκικές Αρχές. Η Εξαρχία ψηφίστηκε μονομερώς (χωρίς την ευλογία του Οικουμενικού Πατριάρχη) στις 11 Μαΐου 1872, κατ ‘ εφαρμογή του φιρμανιού του Σουλτάνου Abdulaziz. Η Ορθόδοξη Βουλγαρική Εκκλησία αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1945 και το 1953 ιδρύθηκε το Πατριαρχείο Βουλγαρίας.
    Επειδή η αρχική ξύλινη εκκλησία υπέστη ζημίες από πυρκαγιά (ιδιαίτερα συχνές στην Πόλη τότε), αποφασίσθηκε να οικοδομηθεί μια νέα, ανθεκτικότερης κατασκευής. Στις 25 Ιουνίου 1890, με άλλο Σουλτανικό Φιρμάνι, επετράπη στην βουλγαρική Εξαρχία να οικοδομήσει νέο ναό στο χώρο του παλιού ξύλινου. Με πρωτοβουλία του Έξαρχου Ιωσήφ I, ξεκίνησε η κατασκευή στο προαύλιο της παλιάς εκκλησίας. Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε στις 27 Απριλίου 1892. Τα σχέδια εκπονήθηκαν από τον αρμενικής καταγωγής αρχιτέκτονα Hovsep Aznavur. Δεδομένου ότι το έδαφος κατά μήκος του Κερατίου ήταν ασταθές (ανάχωμα) και υπήρχε φόβος για αντίποινα εκ μέρους των πατριαρχικών, οδήγησε τους Βούλγαρους στην απόφαση να γίνει ο ναός από χυτοσίδηρο. Τα προκατασκευασμένα στοιχεία, που ζυγίζουν 500 τόνους παρήχθησαν μεταξύ 1893-1896 στη Βιέννη από την εταιρεία, Rudolf von Wagner και μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μέσω του Δούναβη και της Μαύρης Θάλασσας με 100 φορτηγίδες. Συναρμολογήθηκε στην ακτή και μεταφέρθηκε στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα. Η τελική συναρμολόγηση που διήρκεσε μισό έτος ολοκληρώθηκε στις 14 Ιουλίου 1896. Επειδή το αρχικό τέμπλο ήταν Καθολικού τύπου παραγγέλθηκε στη Μόσχα νέο τέμπλο σε Ορθόδοξο ύφος. Στη Μόσχα παραγγέλθηκαν οι εικόνες που ζωγράφισε ο Lebedev και οι έξι καμπάνες διαφόρων μεγεθών (στο εργοστάσιο Olovyanishnikov στο Yaroslav). Το μόνο πράγμα που διατηρήθηκε από τον παλιό ναό ήταν η πέτρινη Αγία Τράπεζα. Ο ναός ολοκληρώθηκε το 1898 και εγκαινιάστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1898 από τον Έξαρχο Ιωσήφ Ι.
    Μετά την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ Οικουμενικού και Βουλγαρικού Πατριαρχείου εξυπηρετεί τις λατρευτικές ανάγκες Βουλγάρων και Ρωμιών της σύγχρονης Κωνσταντινούπολης, αλλά είναι και μνημείο που θυμίζει τον ιστορικό ρόλο που έπαιξε αυτή η μικρή εκκλησία για μισό αιώνα. Ο ναός του Αγίου Στεφάνου, αποτέλεσε προπύργιο του βουλγαρικού εθνοφυλετισμού. Για τους σκληροπυρηνικούς Εξαρχικούς, τους Βούλγαρους εθνικιστές αλλά και τους σύγχρονους απολυτρωτικούς «Μακεδονιστές», θεωρείται ιερός τόπος της «Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης». Στον περίβολο του υπάρχουν ακόμα οι τάφοι των πρώτων Βούλγαρων «πατριαρχών». Επιπλέον υπάρχει εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή όπου αναφέρεται πως η δωρεά του ευεργέτη Dimitar Spirov, έγινε στην μνήμη των 80 αδικοχαμένων Βουλγάρων που δολοφονήθηκαν από «Έλληνες κομιτατζήδες» στην γενέτειρά του Ζαγορίτσανη.
    Η αναγνώριση της βουλγαρικής εξαρχίας, και η επακόλουθη αποκήρυξη των υποστηρικτών της ως σχισματικών από την Σύνοδο που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το Σεπτέμβριο του 1872, αποτέλεσε τη θρυαλλίδα ενός μακροχρόνιου πολιτικού και στρατιωτικού ανταγωνισμού μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων. Το Βουλγαρικό ζήτημα υπήρξε ιδιαιτέρως σημαντικό, επειδή έθεσε υπό διακύβευση τη θρησκευτική ενότητα του ορθοδόξου κόσμου, αλλά και την πολιτική ενότητα του ρωμαίικου γένους (Rum millet) μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο ορθόδοξος οικουμενισμός που εκπροσωπούσε ως ιδεολογία το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής και αργότερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπέστη καίριο πλήγμα και το ενιαίο ορθόδοξο γένος διασπάστηκε σε εθνικά υποσύνολα.
    Πάντως στο ερώτημα του τέλους ‘‘τώρα ή τότε;’’ θα απαντήσω και τότε και τώρα, αλλά περισσότερο τώρα.

  2. […] στο Φανάρι ΙΙ: η βουλγαρική Εξαρχία… Σου μίλησα εδώ για τη  βουλγαρική εκκλησία του Αγίου Στεφάνου, στο […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: