Ο Ξανθούλης για την Πόλη…

Ο Γιάννης Ξανθούλης, στη «Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία», ξιφουλκεί! Αντιγράφω το απολαυστικό κείμενο, που δεν το είχα προσέξει και ας είναι καλά ο φίλος Γιώργος που μου το επισήμανε:

Ξανά στην… κορφή κανέλα!

Του ΓΙΑΝΝΗ ΞΑΝΘΟΥΛΗ

Η Πόλη, η Κωνσταντινούπολη, η Ιστανμπούλ… η Βασιλεύουσα, η αιχμή της εθνικής μας νοσταλγίας, το ιστορικό άλλοθι του θυμού μας, ο κοντινός προορισμός που μακραίνει απ’ τα διεγερτικά κοκτέιλ βυζαντινών τροπαιοφόρων και μυθικών Οθωμανών, η σταθερή απορία μας για ένα αιμομικτικό συμβάν που ακόμη ΔΕΝ χωνεύτηκε και ούτε πρόκειται…

ΟΛΑ αυτά κι άλλα περισσότερα είναι η Πόλη. Η δοξασμένη κι αιματοκυλισμένη από χριστιανική οργή κι από μουσουλμανική έπαρση. Στον 20ό αι. την «τιμώρησε» ο Κεμάλ Ατατούρκ για το συνονθύλευμα των μύθων της θέλοντας να την υποβιβάσει σε μια επαρχιακή Βαβυλώνα εσαεί. Την πάτησε. Οπως την πάτησαν και όσοι επένδυσαν στα ηπειρωτικά κλίματα του εσωτερικού της νέας Τουρκίας, αυτά που συνεχίζουν να μοσκοβολούν σάπιο σύκο με κατσικίσιες κακαράντζες. Σήμερα, εποικισμένη πάλι από λογής λογής φυλές των νεόκοπων μεταναστεύσεων, με λιγότερους Ρωμιούς, Εβραίους κι Αρμένιους, καταπλήσσει τον εαυτό της σαν μητρόπολη που διεκδικεί ευρωπαϊκούς τίτλους, ισοτιμία με τις μεγαλουπόλεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης και αποδοχή της συνεισφοράς της, ως κομβικής πόλης κάθε είδους καημού. Φέτος, λοιπόν, ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα, ανοίγει τα χαρτιά της, προτείνει τα ελκυστικά γεφυρώματά της με την Ασία, λουστράρει τα μέταλλα και τα μαρμάρινα μνημεία της, απομεινάρια άλλων καιρών, και φυσικά θέτει στην κρίση των απανταχού απαιτητικών τα αληθινά πεντάστερα κι εφτάστερα ξενοδοχεία της. Κάποτε είχε μόνο το «Πέρα Παλάς» για να υποδέχεται τους ταξιδιώτες του Οριάν Εξπρές που έφταναν απ’ την Ευρώπη στον σταθμό του Σίρκετζι. Το «Πέρα Παλάς», που ένα διάστημα πέρασε στην ιδιοκτησία του Μποδοσάκη, φιλοξένησε απ’ την Αγκάθα Κρίστι ώς την Γκρέτα Γκάρμπο κι απ’ τον Σόμερσετ Μομ (αυτή η ποντικομαμή τρελαινόταν για οριεντάλ τύπους) ώς τον Κεμάλ. Ο Ατατούρκ μπορεί συμβολικά να έκανε πρωτεύουσα την Αγκυρα και να έστησε στην περιοχή Τσάνκαγια το προεδρικό του σπίτι, ΑΛΛΑ η μοίρα και ο θάνατος τον περίμεναν στην Ιστανμπούλ. Πέθανε, χορτασμένος από ρακί, μέσα στο ανάκτορο του Ντολμά Μπαχτσέ. Το ανάκτορο αυτό, που σήμερα λειτουργεί σαν μουσείο, χτίστηκε επί σουλτάνου Αμπνούλ Μετζίτ, στα μέσα του 19ου αιώνα, απ’ τους Αρμένηδες αρχιτέκτονες Μπαϊλιάν.

Σαφώς επιβλητικό, αλλά βαριοΐσκιωτο σαράι. Ο γιος τού Αμπντούλ Μετζίτ, ο Αμπντούλ Χαμίτ, όταν ανέλαβε την εξουσία το 1876, προτίμησε να ανεβεί στον απέναντι λόφο του πάρκου Γιλντίζ (θα πει άστρο) και να στήσει ένα λιγότερο επιβλητικό ανάκτορο (κι αυτό επισκέψιμο), φοβούμενος τη θάλασσα και την υπερβολική έκθεση του Ντολμά Μπαχτσέ. Στο ανάκτορο του Γιλντίζ παίχτηκε άλλωστε και το τελευταίο σημαντικό δράμα της δυναστείας τού Οσμάν. Οι ιστορίες και τα παραμύθια της Πόλης δεν τελειώνουν. Δυστυχώς, πολλά κτίρια και γειτονιές εξαφανίζονται εν ονόματι των νέων απαιτήσεων και πάλι καλά που πρόφτασε ο αρμενικής καταγωγής Αρά Γκιουλέρ να απαθανατίσει με τον φακό του αρκετά πράγματα απ’ το ύφος τής προ 50 ετών Κωνσταντινούπολης. Αυτή δηλαδή που η γενιά του Internet δεν θα γνωρίσει ποτέ.

Κι ενώ η Πόλη γιγαντώνεται, αγγίζει με τα περίχωρα τα 20 εκατομμύρια κατοίκους, οι Ρωμιοί λιγοστεύουν, κι όσοι μένουν, δίνουν καθημερινές μάχες με τη φθορά. Συσπειρωμένοι γύρω απ’ το Πατριαρχείο ή ανεξάρτητα απ’ το Φανάρι, προσπαθούν να κρατηθούν σαν έσχατοι απόγονοι μιας λαμπρής μελαγχολικής συγκυρίας…

Στο μεταξύ, σιγά σιγά βλέπω να σπάει ο πάγος των Κωνσταντινουπολιτών που βίαια το 1964 -κυρίως- εγκατέλειψαν την αγαπημένη τους πατρίδα. Πολλοί απ’ αυτούς για δεκαετίες ολόκληρες αρνήθηκαν να επιστρέψουν στην Πόλη. Πεισματικά. Δεν ήθελαν να γυρίσουν πίσω ούτε σαν τουρίστες τριημέρου. Δεν το άντεχαν. Τον τελευταίο καιρό, όμως, έσφιξαν όσο μπορούσαν την καρδιά τους και ξαναπήγαν στην Πόλη που τους γέννησε και τους έδιωξε. Φυσικά ελάχιστα πράγματα τους θύμιζαν τα χρόνια που το ελληνικό στοιχείο μεγαλουργούσε. Αυτή είναι η μία, θλιβερή δίχως άλλο, εκδοχή. Η άλλη, η καλή, είναι πως η Πόλη έγινε αγαπημένος προορισμός των Νεοελλήνων. Οχι γιατί είναι κοντινή ή φτηνότερη από αλλού. Πήγαν δύσπιστοι κι επέστρεψαν ερωτευμένοι. Και η Τουρκία, που στις δημόσιες σχέσεις είναι μανούλα, γέμισε όπως θα είδατε με διαφημίσεις τον Τύπο: «Η Τουρκία είναι έτοιμη και σας περιμένει». Οι Ελληνες, βέβαια, δεν περίμεναν να γίνει η Ιστανμπούλ Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για να την επισκεφθούν. Δίπλα μας είναι και καθημερινά πηγαινοέρχονται αεροπλάνα, τρένα κι αυτοκίνητα. Οι Τούρκοι διέθεσαν 48 εκατ. δολάρια για την προβολή της Πόλης με αφορμή το πολιτιστικό της εύσημο. Αλλά και χωρίς αυτό θα είναι πάντα πολιτιστικό ερωτηματικό που, κατά τη γνώμη μου, δεν θα απαντηθεί ποτέ. Γιατί η δύναμή της βρίσκεται στην άνεσή της να αλώνεται μοναδικά. Και να χαρίζει στους πορθητές της την ψευδαίσθηση μιας αιωνιότητας νόστιμης και εύθραυστης, όπως το κρουστό φύλλο των μπακλαβάδων της…

«Γυναίκα γαρ…» όπως θα ‘λεγε και ο νομπελίστας Ορχάν Παμούκ, που επειδή αρρώστησε η μαμά του, ακύρωσε το σόου του στο Μέγαρο. Τρίχες! *

~ από Ταξιδιώτης στο Απριλίου 19, 2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: