Η εσώτερη Κωνσταντινούπολη του Κ. Σταματόπουλου…

Εν σχέσει τώρα με την προηγούμενη ανάρτηση και την έκδοση που επιμελήθηκε ο Κ. Σταματόπουλος, παραθέτω  ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» της 8-1-2010 με τον παραπάνω τίτλο και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους πολλοί εξ ημών αισθανόμαστε τόση αγάπη για την Πόλη... Διάβασέ το και θα καταλάβεις (περιττεύει να μνημονεύσω και πάλι την βοήθεια του Γ.Τσολάκη…):

«Από τον Κώστα Σταματόπουλο:

Τι είναι αυτό που μας ελκύει στη συγκλονιστική αυτή πόλη, τι είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε όταν βρισκόμαστε εκεί, σαν σε ζεστή μητρική αγκαλιά;

Το ότι δικαιολογημένα δύο λαοί, οι Ελληνες και οι Τούρκοι, αντλούν από αυτήν υπερηφάνεια, υπερηφάνεια στην οποίαν οι μεν Τούρκοι προσθέτουν την έπαρση του κατακτητή και του κυρίαρχου, ενώ οι Ελληνες, μοιραία, το πένθος για την απώλεια και τον ακρωτηριασμό, δεν βοηθά στην απάντηση, διότι τα συναισθήματα αυτά, καίτοι απολύτως υπαρκτά, τολμώ να πω πως περισσότερο μας κρύβουν παρά μας αποκαλύπτουν την ψυχή της Πόλης. Δείχνουν ότι παραμένουμε με το βλέμμα στραμμένο σε μας, όχι σ’ αυτήν, και ότι επομένως βαδίζουμε σε λάθος δρόμο. Με άλλα λόγια, όσο κι αν τούτο ακούγεται παράξενο, δεν είναι ούτε η Αγία Σοφία ούτε το Σουλεϊμανιγέ -κτήρια άλλωστε απολύτως αυτάρκη – ούτε οποιοδήποτε άλλο περίλαμπρο κτίσμα του ένδοξου βυζαντινισμού μας ή του ένδοξου οθωμανισμού τους – που σου αποκαλύπτουν την εσώτερη Πόλη.

Την πρώτη φορά που πήγα στην Κωνσταντινούπολη -δευτεροετής τότε φοιτητής-, καίτοι έμεινα εκεί επί τρεις εβδομάδες, πηγαίνοντας από συγκίνηση σε συγκίνηση (ήμουν τότε «βυζαντινός» και μεγαλοϊδεάτης -αργότερα κατάλαβα την απόλυτη αντίφαση ανάμεσα στους όρους αυτούς-), η Πόλη δεν μου φανερώθηκε. Δέκα χρόνια αργότερα, την επισκέφθηκα ξανά, και ήταν αυτός ο πρώτος βασικός σταθμός στη σχέση μου μαζί της. Στο συντομότατο εκείνο ταξίδι, διάρκειας μόλις τριών ημερών, μου αποκαλύφθηκε η επίσης λίαν σημαντική νεοελληνική της, και τόσο ελάχιστα μελετημένη, διάσταση, η οποία πια δεν απέκλειε, αλλά, αντιθέτως, συνεπλήρωνε και συντρόφευε και διαλεγόταν με την τουρκική. Αμφότερες, μαζί με τις μικρότερες οντότητες των Αρμενίων, των Εβραίων, αλλά και των Λεβαντίνων και των τόσων άλλων, συνέθεταν έναν κόσμο πολύπτυχο, για τον οποίον ουδείς εδικαιούτο να πει «είναι δικός μου», «είναι αποκλειστικά δικός μου», χωρίς να ψευσθεί.

Ηδη, το αντιλαμβάνεστε, ο άξονας μετατοπιζόταν, ώσπου να ισχύσει η αντεστραμμένη προοπτική, εκείνη των βυζαντινών εικόνων: η αφετηρία και η κατάληξη ήταν πια η ίδια η Πόλη, η ματιά μου δεν είχε πια καμία σημασία, και μου αρκούσε απλώς να είμαι εκεί. Η περιδιάβαση στις γειτονιές της και εν συνεχεία η μελέτη της ιστορίας της -με άλλα λόγια, η γνώση του χώρου της και η γνώση του χρόνου της- βοήθησαν στη βαθύτερη κατανόηση. Ηδη όμως, παρ’ όλο που πάντοτε ξέκλεβα κάποια λεπτά για να θαυμάσω από μακριά την Αγία Σοφία -είχα μάλιστα εντοπίσει το ιδανικότερο σημείο σε ένα σκιερό στενό του Γαλατά, παράλληλο στα πάλαι ποτέ «Σκαλάκια», απ’ όπου φαινόταν χωρίς τους παραστάτες μιναρέδες της, λουσμένη στο φως, η Μεγάλη του Χριστού εκκλησία-, οι πραγματικές στιγμές απόλαυσης, οι πραγματικές στιγμές της βαθύτερης κοινωνίας και μέθεξης με το Μυστήριο της Πόλης, ήσαν οι κάθοδοι στις φτωχογειτονιές, με ιδιαίτερη προτίμηση τα όρια του Γαλατά με το Πέραν (όπου συγκλονίζει η αντίθεση ανάμεσα στη σημερινή κακομοιριά και τα μεγέθη τού χθες), καθώς επίσης στον λαβύρινθο των σκολιών δρομίσκων, κάτω από την Ταρλάμπαση και πίσω από τον Αγιο Κωνσταντίνο, προς το Ντολάπ Ντερέ και το Γενή Σεχίρ, όπου τις μουντές χειμωνιάτικες μέρες σε πνίγει η βαριά μυρωδιά του κάρβουνου. Στη διάρκεια μιας τέτοιας περιδιάβασης ανάμεσα σε βρόμικους, ξελεπιασμένους, υγρούς τοίχους, βαδίζοντας πάνω στο ακάθαρτο οδόστρωμα, θυμάμαι τη συγκίνησή μου όταν στο σούρουπο -που προσέθετε μελαγχολία στην ψυχή-, στρέφοντας κατά τύχη το κεφάλι, η ματιά μου έπεσε σε μία ελληνική επιγραφή: «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», και από κάτω τη χρονολογία: «1912».

Φαινομενικά αντιφάσκω. Στην πραγματικότητα όμως ο καημός της πονεμένης Ρωμιοσύνης έρχεται απλώς να οξύνει ένα βαθύτερο αίσθημα, το οποίο δεν έχει να κάνει με τον έναν ή τον άλλο λαό, βρίσκεται επέκεινα της μελαγχολίας, αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο στο σύνολό του και αγγίζει τα τρίσβαθα της ψυχής. Περνούμε έτσι αβίαστα σε ένα υπαρξιακό και συνεπώς πανανθρώπινο επίπεδο. Κι είναι αυτό, και όχι τα αυτοκρατορικά μεγαλεία, τα δικά μας ή τα δικά τους, αδιάφορο, που κάνει την Κωνσταντινούπολη να είναι η κατ’ εξοχήν, η μοναδικότατη Πόλη. Η ουσία της επομένως βρίσκεται στους αντίποδες του αυτοκρατορικού αντιφεγγίσματος, για το οποίο Ελληνες και Τούρκοι δικαίως καμαρώνουν τόσο πολύ, και συνοψίζεται στις έννοιες «θνητότητα» και «φθορά».

Η Πόλη είναι σάρκινη, κι ως εκ τούτου εύθραυστη, τρωτή, τιποτένια, διαρκώς εξουθενωμένη και ταυτόχρονα είναι ακατάβλητη και αθάνατη, καθώς μέσα από την αέναη φθορά, καμίνι όπου τήκονται και λιώνουν εκατομμύρια ανώνυμες και αφανείς υπάρξεις -και όπου τα ίχνη των πολιτισμών που διαδέχτηκαν ο ένας τον άλλον συνθέτουν μία σχεδόν ομοουσία, πλην αενάως εναλλασσόμενη κατάσταση που ασταθώς ακροβατεί στα όρια της φθοράς, που γέρνει συνεχώς στη δύση της, χωρίς ποτέ να μεσουρανεί- γεννιούνται, βλασταίνουν, ξεπηδούν και αναπτύσσονται νέες μορφές ζωής, εξίσου εύθραυστες, εξίσου εφήμερες, εξίσου αφανείς και ταπεινές μ’ αυτές που προηγήθηκαν. Και τότε, συγκλονισμένος, δεν μπορείς παρά να προσκυνήσεις και να θελήσεις και ο ίδιος να σβήσεις μέσα σ’ αυτόν τον χορό.

Δεν είναι τυχαία επομένως η κεντρική σημασία που κατέχει η Πόλη στα αποκαλυπτικά κείμενα τόσο του μεσαιωνικού Ελληνισμού όσο και των Οθωμανών, καθώς και σε άλλα, ακόμη και εντελώς σύγχρονα, κι εννοώ, επί παραδείγματι, ορισμένα αποσπάσματα από βιβλία του Ορχάν Παμούκ (όπως λ.χ. εκείνη η συγκλονιστική περιγραφή της κοίτης του Βοσπόρου, απ’ όπου έχουν αποτραβηχτεί τα νερά, ή το όνειρο-παραλήρημα στο μυστηριώδες υπέδαφος του Γαλατά, στο οποίο επιβιώνει μια ονειρική υπόγεια πόλη-κάτοπτρο), στα οποία έκπληκτος αναγνωρίζει κανείς την ίδια υπόγεια φλέβα, ποιητική και αποκαλυπτική, που έθρεψε τα βυζαντινά «Πάτρια» ή την απόκρυφη πολίτικη αποκάλυψη του αγίου Ανδρέα τού διά Χριστόν σαλού. Δεν είναι τυχαία η παρουσία τόσων νεκροταφείων, τόσο στα όρια του ιστορικού της περιβόλου όσο και μέσα στον αστικό της ιστό, όπως επίσης δεν είναι τυχαίο πως σχεδόν τα μόνα σ’ αυτήν κτίσματα που νίκησαν τον χρόνο είναι οι ναοί του Θεού… Για μακρές περιόδους της ιστορίας της η Πόλη υπήρξε ένας τεράστιος ερειπιώνας, σχεδόν ακατανόητος για τους κατοπινούς οικήτορές της (7ος – 9ος, 14ος – 15ος), αλλά και ακόμη στις περιόδους ακμής, μεγάλα της τμήματα κείτονταν και πάλι σε ερείπια, ως συνέπεια των καταστρεπτικών πυρκαγιών που αφάνιζαν ολόκληρες συνοικίες… Η Πόλη καιγόταν ολόκληρη τουλάχιστον μία φορά σε κάθε αιώνα! «…Εκεί», γράφει ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος στα «Κλειδοκύμβαλα της σιωπής», «καθώς τα σπίτια είναι όλα καμωμένα από πυρκαϊές, οι κάτοικοι ζουν μέσα στις φλόγες / καίγονται συνεχώς και ξαναγεννιούνται συνεχώς από την τέφρα τους, απαράλλαχτα όπως το πουλί φοίνιξ…».

Σ’ αυτό ακριβώς το εσώτερο μυστήριο της Πόλης, που όπως κάθε μυστήριο δεν χαρίζεται σε όλους, οφείλεται η απογοήτευση που νιώθουν τόσο όσοι την επισκέπτονται γεμάτοι βυζαντινές, αυτοκρατορικές προκαταλήψεις όσο και οι δυτικοί περιηγητές που πάγια τονίζουν στις ταξιδιωτικές τους αφηγήσεις και περιγραφές την αντίθεση ανάμεσα στο εξαίσιο πανόραααμα που εκτυλίσσεται μπροστά τους, καθώς την προσεγγίζουν από τη θάλασσα, και την εικόνα παρακμής και τη χαώδη αταξία που θα αντιμετωπίσουν μόλις αποβιβασθούν. Περιμένουν να συναντήσουν μια πόλη σαν και αυτές από τις οποίες προέρχονται και όχι μια πόλη που είναι η ρεαλιστική ανακεφαλαίωση και το ωμότατο σύμβολο της ανθρώπινης ύπαρξης… Ετσι, πέραν, των τίτλων των κληρονομημένων από την Ιστορία, αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος, για τον οποίον ο επίσκοπος/πατριάρχης της πόλεως αυτής δεν μπορεί παρά να λέγεται Οικουμενικός!

Τολμώ να πω πως ο Αχιλλέας Σαμαντζής και ο Ευγένιος Δαλέζιος, φωτογραφίζοντας την Πόλη, την Πόλη τους, κινήθηκαν, συνειδητά ή ασυνείδητα (και υπερνικώντας τους περιορισμούς της τάξεως και της εποχής τους), πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο ψυχής. Τόσο ήσαν ταυτισμένοι μαζί της. Προσπάθησα με τα δικά μου κείμενα να μην τους προδώσω.

Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους συντελεστές της έκδοσης, τόσον αυτούς που συμπορευτήκαμε μαζί έως το τέλος όσο κι εκείνους που για διαφόρους λόγους απομακρύνθηκαν από το έργο καθ’ οδόν. Ο νους μου επίσης πηγαίνει στον άγγλο μεταφραστή, τον David Hardy, που δεν ευτύχησε να δει την εξαιρετική δουλειά του τυπωμένη. Να συγχαρώ και δημόσια τον εκδότη του έργου κ. Allemandi για την υψηλή ποιότητα της εργασίας του. Να πω, τέλος, πως συμμερίζομαι τη συγκίνηση του κ. Μάριου Δαλέζιου για την επισημότατη, αυστηρή και χαρούμενη αυτή γιορτή εις μνήμην των δύο προγόνων του. Να ευχαριστήσω, επίσης, τους φίλους που μίλησαν για το βιβλίο και όλους εσάς τους οποίους προσήλκυσε στη φιλόξενη αυτή αίθουσα του Μουσείου Μπενάκη η αγάπη της Πόλης.

Στην Πόλη, λοιπόν, ανήκουν ακέραιες η δόξα και η τιμή.

Μουσείο Μπενάκη, Τρίτη 8/12/2009″.-

~ από Ταξιδιώτης στο Ιανουαρίου 14, 2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: