11 χρονώ…

Μπορεί να έχει περάσει η επέτειος των Σεπτεμβριανών, αλλά όταν βρήκα και διάβασα  αυτό το παλιό  άρθρο του Δ. Τσαλίδη στην «Ελευθεροτυπία» πολύ συγκινήθηκα, και  γιατί περιέχει  αυθεντικούς πολίτικους διαλόγους. Το αναδημοσιεύω:

Καταγραφή11

Μικρό παιδί, βέβαια, αλλά ωσάν να είχα κάποια έκτη αίσθηση. Κάτι μ’ έτρωγε μέσα μου και κάθε τόσο ρωτούσα τη συγχωρεμένη πια μητέρα μου:

-Μάνα, τι γίνεται;

-Τι θέλεις να γίνει, μπρε παιδί μου; Ολόκληρος άντρας είσαι, δεν βλέπεις τι γίνεται; Φαγώνουνται πάλι, η Παναΐα να βάλει το χέρι της.

Η ατμόσφαιρα στην Πόλη ήταν βαριά. Μπαρούτι δεν μύριζε, εκτός από τη βρώμα που την είχε κατακλύσει, αλλά υπήρχε διάχυτη μια ανησυχία, ένα σύννεφο φόβου για όσα συνέβαιναν στην Κύπρο. Φωτιά σκέτη οι εφημερίδες, πιο πολύ εκείνες που αργότερα τις βαφτίσαμε κίτρινες και λαϊκές. Οι σοβαρές ήταν κάπως πιο συγκρατημένες, πιο ήπιες στις επιθέσεις τους εναντίον της Ελλάδας. Ζεματιζόμασταν κάθε πρωί που τις βλέπαμε να χύνουν δηλητήριο εναντίον της Ελλάδας και του Μακάριου, του «καρά παπάζ», του μαύρου παπά, που ήταν αγκάθι στα μάτια τους. Από τα μέσα του Αυγούστου βλέπαμε να περνούν από το Ταρλάμπαση, τον δρόμο όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, εκατοντάδες λεωφορεία, που κουβαλούσανε χιλιάδες από τις γύρω πόλεις και όχι μόνο. Βλέπαμε να έρχονται από την Κόνια (το πάλαι ποτέ Ικόνιο), από την Τραπεζούντα, από το Κάισερι (τη δική μας Καισάρεια), από την Αμάσια (την περίφημη Αμάσεια). Ακόμη και από το Σίβας, τη μακρινή Σεβάστεια, έρχονταν παραγεμισμένα τα λεωφορεία. Τα βλέπαμε κι απορούσαμε. Τι έρχονται να κάνουν; Μήπως έχουν καμιά γιορτή που την ξεχάσαμε; Μήπως το ένα, μήπως το άλλο, αλλά ο νους μας δεν χωρούσε τι μπορεί να θέλουν στην Πόλη όλοι αυτοί οι ξεβράκωτοι. Ετσι προετοιμάζανε το κακό που έμελλε να καταστρέψει την Πόλη. Τώρα, θα μου επιτραπεί να κάνω μια αταξία. Θα παρεμβάλω εδώ λίγα αποσπάσματα από το βιβλίο μου «Γιοκ τζάνιμ» (Νεφέλη), που κυκλοφορεί τώρα, και όπου περιγράφω, κατά κάποιον τρόπο, τα γεγονότα, έστω κι αν αυτό δεν είναι το θέμα του:

«Λυμάξανε οι ρουφιάνοι με την Κύπρο, αρχίσανε πάλε τα παλιά, δεν μας αφήνουνε σε ησυχία. Καρφί στα μάτια τους είναι η Ελλάδα, όλο και κατιτίς βρίσκουνε για να τρώγουνται κι όλο εδώ, σε μάς ξεσπάζουνε. Ο Ανέστης πολύ ανήσυχος ήτανε, μέσα του, κατιτίς τον έλεγε που αυτήν την φορά τα πράματα ακόμα πιο χειρότερα θα ήτανε, σίγουρα αλλιώτικο χτύπημα ετοιμάζανε, μπορεί και το τέλος των Ρωμηών στην Πόλη να κόντευε. Η Ελλάδα άλλα είχε στο κεφάλι της, για την Πόλη και για τους ανθρώπους της καθόλου δεν σκοτιζούντανε. Οι εφημερίδες τους, όλες για την Κύπρο που είναι τουρκική γράφανε, τα πιο πολλά εναντίον της Ελλάδας τα γράφανε, να θυμούνται το ’22, ξανά τα ίδια θα πάθουνε γράφανε, τριανταδυό χρόνια μετά την καταστροφή της Σμύρνης, το μυαλό τους εκεί το είχανε«.

Την τρίτη μέρα του Σεπτέμβρη του ’55, η Ελένη με τη Σμαρώ της, στην Ελισώ στο Ταρλάμπαση ανεβήκανε, μια δυο μέρες να μείνουμε την είπανε, το μέσα μας κομμάτι να ξεσκάσει. Αμα περάσανε τρεις μέρες, χάιντε κι εμείς να πάμε σπίτι μας είπανε, κατεβήκανε στο Τεπέμπαση, ένα ντολμούς για το Ακσαραϊ να πάρουνε κι αποκεί με το τραμβάι στο Γεντήκουλε, στο σπίτι τους να γυρίσουνε. Εκεί, στα μνηματάκια, μπροστά τους ένα ντολμούς σταμάτησε, έσκυψε ο σοφέρ, νομίσανε που κατιτίς θα τις ρωτήσει.

-Παρντόν μαντάμ άμμα, Ρωμηές είστε, δεν είναι; Ε, τέτοια μέρα και τέτοια ώρα, τζάνιμ, τι θέλετε στον δρόμο, έχετε μαζί σας και μικρό κορίτσι, πού πηγαίνετε τέτοια ώρα, τις ρώτησε στα τούρκικα.

-Ντολμούς περιμένουμε, στο Ακσαραϊ να κατεβούμε κι αποκεί, στο σπίτι μας, στο Γεντήκουλε να πάμε, τον είπε, αναφορά τον έδωσε.

-Χάιντε γρήγορα, μπείτε μέσα, εγώ εσάς κατευθείαν στο Γεντήκουλε θα σας πάω, και παράδες να μην έχετε, δεν πειράζει, χαλάλι, χάιντε, χάιντε, τι περιμένετε, γρήγορις μπείτε μέσα. Κι εσύ, μαντάμ, πάρε το παιδί σου και γύρνα σπίτι σου, δεν είναι σωστό να είσαι στον δρόμο, τέτοια μέρα, τέτοια ώρα.

…………………..

Στο Γκαλατάσαραϊ, μπροστά στην πόστα πολύ κόσμο μαζεμένο είδανε, οι εφημεριδοπώλες κάτι φωνάζανε, δεν μπορούσανε να καταλάβουνε. Κοιτάζουνε, βλέπουνε την Εξπρές, στο σπίτι τού Ατατούρκ στην Θεσσαλονίκη, οι Ελληνες μπόμπα βάλανε έγραφε. Δαγκάθηκε η Ελισώ, χάιντε πάλι μπελάδες θα έχουμε σκέφτηκε, τράβηξε τον γιο της από το χέρι, πήρανε τον δρόμο για το Ταρλάμπαση, ιδρωμένοι από την τρεχάλα φτάσανε.

Γύρω στις έξι, δυνατές φωνές ακούσανε, έσκυψε ο μικρός από το ταρατσάκι, χιλιάδες ήτανε στον δρόμο, σημαίες κρατούσανε, ανοιγμένα πανιά κρατούσανε και κατιτίς φωνάζανε, δεν τους ακούγανε καλά.

-Πάλε συλλαλητήριο έχουμε άμμα, αυτή την φορά παραπάνω με φαίνουνται, πολλοί είναι μπρε μάνα, τι να θέλουνε πάλε;

-Τον κακό τους τον καιρό θέλουνε οι αφορεσμένοι, για την Κύπρο φαίνεται πάλε ξεσηκωθήκανε, άσε να διούμε πού θα καταλήξουνε κι αυτήν τη φορά.

Η Κύπρος είναι τουρκική, θάνατος στους γκιαούρηδες, θάνατος στην Ελλάδα, κάτω ο Μακάριος φωνάζανε, φαίνεται αυτουνούς που κουβαλούσανε από την Ανατολή τόσες μέρες, τους βάλανε να κάμουνε το συλλαλητήριο σκέφτηκε η Ελισώ άμμα, εκείνη την ώρα αρχίσανε τις βιτρίνες των ρωμαίηκων μαγαζιών να σπάζουνε. Στα χέρια τους καντρόνια και σιδερένια ρόπαλα κρατούσανε, φικιάρια, καζμάδες και μπαλτάδες είχανε, σπάζανε και ρημάζανε, τίποτις όρθιο δεν αφήνανε. Μπαίνανε στα μαγαζιά και όσα πράματα βρίσκανε, στον δρόμο τα πετούσανε, τα τόπια με τα υφάσματα στο πίσω μέρος των αυτοκινήτων τα δένανε και τα ξετυλίζανε, αρπάζανε τις μπουζιέρες, τις σόμπες και τις άλλες μηχανές και τα πετούσανε έξω, πού την βρίσκανε τόση δύναμη, βάζανε φωτιές, καίγανε και τα μαγαζιά.

Ετσι άγριο πέρασε το βράδυ κι ώς τα μέσανυχτα σπάζανε, ρημάζανε και καίγανε, κλέβανε όσα χρήματα βρίσκανε, μερικούς ιδιοκτήτες που τρέξανε στα μαγαζιά τους, μήπως μπορέσουνε κατιτίς να περισώσουνε, τους καταλάβανε που δεν είναι δικοί τους και τουλούμι στο ξύλο τούς κάμανε, λίγο ακόμα και θα τους σκοτώνανε. Κατά τη μία η ώρα την νύχτα στρατιωτικός νόμος κηρύχτηκε κι όλοι μέσα σε λίγη ώρα εξαφανιστήκανε.

Το πρωί, ο Ανέστης πήρε τον γιο του και βγήκανε έξω, ώς το Μπαλίκπαζαρι πήγανε και στην Παναΐα στο Σταυροδρόμι πήγανε και ύστερις, σιγά σιγά, προς την Αγια-Τριάδα ανεβήκανε, στον δρόμο ένα μέτρο πιο ψηλά από τον άσφαλτο, πάνω στα χαλάσματα περπατούσανε, παντού κρέατα, λάδια, υφάσματα, γυαλικά, μπουζιέρες, σόμπες, σπασμένες καριέκλες, σπασμένοι και καμένοι καναπέδες και κρεβάτια υπήρχανε, πατάτες, ρύζια, γλυκά, μαναβικά, κάθετι που έβαζε ο νους του ανθρώπου, καταστραμμένα ήτανε, ο τόπος βρωμοκοπούσε άμμα, πιο πολύ από τη βρώμα και τη λυσωδία των κιούρτηδων βρωμούσε, τη χαλάσανε πάλε γκιουζελίμ Πόλη. Οι εκκλησίες μάφι γινήκανε, όλα τα σκεύη τους σπασμένα και πεταμένα ήτανε, τα άμφια των παπάδων, κομματιασμένα και μισοκαμένα, μαζί με τις εικόνες, τα δισκοπότηρα και τα λιωμένα κεριά στον δρόμο σερνούντανε, γυαλιά-καρφιά τα είχανε κάμει, ακόμα και πολλούς μαρμαρένιους τάφους, στο Σισλή και στο Βαλουκλή, τους σπάσανε και μερικούς τους ανοίξανε, οι πεθαμένοι τι τους φταίξανε τους ρουφιάνους;

-Αυτό ήτανε που ήθελε να μας πει ο σοφέρ, το ήξερε τζάνιμ, κι αυτός το ήξερε που θα γίνει τέτοιο κακό, όλοι φαίνεται το ξέρανε, μονάχα εμείς χαμπάρι δεν είχαμε τι μας ξημερώνει. Κατιτίς θα γίνει λέγαμε, ο νους μας, ώς εδώ δεν έφτανε.

Ετσι ξεκίνησε το μεγάλο ξερίζωμα. Και τώρα, πενήντα χρόνια μετά, στα γερασμένα πια μάτια μου βλέπω όλες εκείνες τις σκηνές του τρόμου και της μισαλλοδοξίας και σκέφτομαι πόσο άλλαξαν οι καιροί. Δεν είναι, βέβαια, κακό. Πόσο όμως καλό είναι;

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 10/09/2005

~ από Ταξιδιώτης στο Οκτωβρίου 22, 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: