Μιναρέδες του Βοσπόρου…

Στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» αυτής της Κυριακής (19/4) δημοσιεύονται οι «Διάλογοι για το Πάσχα», σε επιμέλεια Β. Σιαφάκα:

«Πώς να γιορτάσουμε το Πάσχα; Σαν Ανάσταση Κυρίου, που φέρνει χαρά και αγάπη στις καρδιές, ανανεώνοντας το ψυχικό τοπίο δικαίων και αδίκων; Σαν την έλευση μιας εποχής που θα μας κάνει να κοιτάξουμε με άλλο μάτι τον κόσμο γύρω μας; Σαν τρελό θρίαμβο της φύσης και των χρωμάτων, που κάνουν επέλαση σε όρη και πεδιάδες; Ενας ποιητής, ο Γιάννης Κοντός, και δύο πεζογράφοι, ο Κώστας Ακρίβος και ο Αλέξης Σταμάτης, ρίχνουν ένα λοξό βλέμμα στο πνεύμα των ημερών και μας προτείνουν αιφνίδιες, παράξενες ή εκκεντρικές εκδοχές του«.

Ενας από τους … διαλόγους αυτούς αναφέρεται στην Πόλη (βλ. και  εδώ):

«Ο Κώστας Ακρίβος ταξιδεύει μεγαλοβδομαδιάτικα στην Κωνσταντινούπολη και ανεβαίνει τρέχοντας την Ιστικλάλ για να προλάβει τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Γύρω του Κούρδοι παίζουν διάφορα μουσικά όργανα, ενώ κάτω από τη γέφυρα του Γαλατά αγοράζει από έναν γέρο… καπνό. Κυριακή του Πάσχα, η αποθέωση: Φενέρ Μπαξέ εναντίον Γαλατά Σαράι«.

Μιναρέδες του Βοσπόρου…

Ηταν δύο χρόνια πριν, όταν πήρα την απόφαση να πάω να κάνω Πάσχα στην Πόλη. Ισως εδώ, σκεφτόμουν σ’ όλο το ταξίδι, με τα τόσα μνημεία, μπορέσω επιτέλους να βρω κι εγώ μια απάντηση για το τι εστί ελληνικότητα – για χάρη της εκείνο τον καιρό σφάζονταν παλικάρια δώθε και εκείθε του Ατλαντικού, έσταζαν αίμα οι εφημερίδες.

Το σούρουπο της Μεγάλης Πέμπτης ανέβαινα τρέχοντας την Ιστικλάλ για να προλάβω τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Εκανε ένα ψοφόκρυο λες και ήταν βγαλμένο κατευθείαν απ’ το τραγουδάκι: «Στον Γαλατά ψιλή βροχή και στα Ταταύλα χιόνι».

Δίχως να πάρω χαμπάρι, έπεσα πάνω σε πεντέξι Κούρδους που έπαιζαν κάτι παράξενα ά όργανα. Επαιζαν οι κακόμοιροι και περίμεναν μπας και κανένας περαστικός τούς λυπηθεί και ρίξει καμιά λίρα στη μαντίλα που είχαν απλωμένη μπροστά τους. Οχι λίρα δεν έριχναν οι περαστικοί, μα κανένας δεν γύρισε τα μάτια όταν ξαφνικά μπούκαρε μια διμοιρία καρακόλια και τους έκανε τόπι στο ξύλο προτού τους μπουζουριάσουν στην κλούβα. Σκέφτηκα να βγάλω το κινητό και να τραβήξω φωτογραφίες για τη Διεθνή Αμνηστία, αλλά ήρθε στο μυαλό μου το «Εξπρές του Μεσονυχτίου» και κώλωσα. Για τέτοια ήμασταν τώρα;

*Την άλλη μέρα, σουλάτσο πάνω κάτω στη γέφυρα του Γαλατά. Τόσες ποιητικές εικόνες είχα διαβάσει σε περιηγητές, ημέτερους και μη, δεν θα στεκόμουν τυχερός ν’ αξιωθώ και εγώ μία; Μέχρι που μεσημέριασε, τζίφος. Μονάχα κάποια στιγμή πήρε το μάτι μου έναν γέρο σε μια μισοφωτισμένη γαλαρία να μου κάνει νοήματα. «Οπα!» είπα. Και ο νους μου αμέσως πήγε σε μεσιτείες για κανένα ουρί του παραδείσου. Με το που πλησίασα, τον βλέπω να ανοίγει το σακάκι και να μου δείχνει πονηρά μια σακούλα φίσκα στον καπνό. «Μπούρσα, Μπούρσα», διαφήμιζε χαμηλόφωνα τον τόπο προέλευσης της παράνομης πραμάτειας του. Δεν άντεξα στον πειρασμό και αγόρασα μια χουφτιά για έκτακτες περιστάσεις. Για ώρα μετά είχα στ’ αφτιά τη φωνή του Λοΐζου να σιγοτραγουδάει το παράπονο του Ναζίμ Χικμέτ για την Προύσα και την εξορία του.

*Το απόγευμα στριμώχτηκα μέσα σ’ ένα τραμ και να με στην Τσεμπερλίτας. Το κτίσμα ήταν του δέκατου έκτου αιώνα και ο χαμαμτζής ίδιος αρκούδα τόσο σε όγκο όσο και σε τρίχα. Με λουτροκοπάνησε μισή ώρα και βάλε και ύστερα με έτριψε με τόση δύναμη λες και ήθελε να βγάλει όλο το φυλετικό του μίσος – βλέπεις, είχα κάνει την ανοησία και του ‘πα πως είμαι Γιουνάν.

Στο τέλος με εγκατέλειψε εξαντλημένο να λαγοκοιμάμαι πάνω στη ζεστή πλάκα. Κάποια στιγμή ακούω δίπλα μου μια ψιθυριστή φωνή: «Τυχεράκια, εσένα σου ‘κανε σπέσιαλ περιποίηση. Εγώ ο βλάκας να μην του πω ότι είμαι Ρωμιός!» Οταν ντύθηκα και βγήκα έξω, είδα πως είχε νυχτώσει για τα καλά. Αρα επιτάφιος και περιφορά γιοκ.

*Πρωί πρωί του Μεγάλου Σαββάτου στη Μονή της Χώρας και μετά ξενάγηση στα Τείχη (κάποιος απ’ το γκρουπ δεν κρατήθηκε και με τρεμάμενη φωνή απάγγειλε το «Σώπασε, κυρά Δέσποινα…»).

Το βράδυ στην Ανάσταση οι μισοί από την παρέα κόντεψαν να ποδοπατηθούν στην Αγία Τριάδα και οι άλλοι μισοί ποδοπατήθηκαν στο Φανάρι. Ωστόσο, όλοι είπαμε τα καλύτερα για τα κόκκινα αβγά και τη μαγειρίτσα από τα χεράκια του τούρκου σεφ.

*Κυριακή του Πάσχα, ο μέγας πειρασμός. Το απόλυτο ποδοσφαιρικό ντέρμπι: Φενέρ Μπαξέ κόντρα στη Γαλατά Σαράι. Από παλιά θυμόμουν τι είχα δει στην τηλεόραση. Νίκη για τη μία; Γλέντια στους δρόμους με χορούς και λύρες ποντιακές. Ηττα της άλλης; Ξυλοδαρμοί και πένθη. Αλά τα δικά μας δηλαδή. Οσο κι αν φρένιασα να βρω εισιτήριο, στάθηκε αδύνατο. «Και τον Ερντογάν να ‘χεις μπάρμπα, τέτοια ώρα αποκλείεται», μου είπε στο τηλέφωνο ο αντιπρόεδρος της Ομογένειας.

*Νωρίς νωρίς πήγα και έπιασα θέση στην καφετέρια του ξενοδοχείου. Ποιο ματς! Δύο ώρες, στιγμή δεν ξεκόλλησα τα μάτια από τη διπλανή παρέα. Οπου ο μουστακαλής πατέρας βαρύς και αμίλητος, ενώ η μαντιλοφορούσα μάνα να προσπαθεί να ηρεμήσει τον γιο της. Γύρω στα δώδεκα αυτός, μαυροτσούκαλο και οπαδός της Φενέρ.

Ολη την ώρα πεταγόταν και: «Χάιντε, Φενέρ, χάιντε!», ενθάρρυνε διά τηλεοράσεως τους παίκτες της ομάδας του, που έχανε απ’ τα πρώτα κιόλας λεπτά του αγώνα. «Σους, γιαβρούμ», αγωνιζόταν να τον καθησυχάσει εκείνη, αλλά μάταια.

*Μονάχα ο καρτερικός πατέρας συνέχιζε να μένει σιωπηλός. Τα σπλάχνα του -δεν μπορεί- θα καίγονταν απ’ την αγωνία του γιου του, αλλά ο κακομοίρης δεν θα ‘χε τον τρόπο να του συμπαρασταθεί.

Το κερασάκι ήρθε στο τέλος. Με το που σφύριξε ο διαιτητής τη λήξη, πετάχτηκε πανηγυρίζοντας ο πατέρας – οπαδός της Γαλατά Σαράι ο άτιμος. Για να μην πάρω την οικογένεια από πίσω και δω τι θα γινόταν στη συνέχεια, το χούι της επαγγελματικής περιέργειας γαρ, σηκώθηκα και βγήκα έξω πρώτος.

*Το απόγευμα με βρήκε στον Βόσπορο. Φουμάριζα τα στριφτά του γέρου και χάζευα τον ήλιο που βασίλευε πίσω από τους μιναρέδες. Μια σκέψη με γαργαλούσε και δεν έλεγε να μ’ αφήσει ήσυχο:

«Εδωσες-πήρες, τελικά την ανακάλυψες την τουρκικότητα!»

~ από Ταξιδιώτης στο Απριλίου 19, 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: