Κωνσταντινούπολη «εν ετέρα μορφή»…

Σχετικά με το νέο βιβίο του Γιάννη Ξανθούλη, για το οποίο εγκαίρως σε είχα ενημερώσει (βλ. εδώ), αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο-βιβλιοκριτική  του Γεωργίου Τσέτση, Μ. Πρωτοπρεσβύτερου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που το βρήκα στο φύλλο της 2ας Απριλίου τ.έ., της «Απογευματινής«, της ομογενειακής εφημερίδας της Κωνσταντινούπολης. Εχει ενδιαφέρον, γιατί προέρχεται από κάποιον που «ζει»  την Πόλη καθημερινά. Βέβαια, η κριτική αυτή περνά μέσα από τις θρησκευτικές (χριστιανικές) πεποιθήσεις του κ. Τσέτση, οι οποίες προφανώς είναι  αντίθετες με αυτές του συγγραφέα… Σε  κάθε περίπτωση, όμως, οι διαφορετικές απόψεις, τεκμηριωμένα διατυπωμένες,  είναι πλούτος:

cebaceb1cf84ceb1ceb3cf81ceb1cf86ceae21

Ο λόγος για το τελευταίο βιβλίο-«μπεστ σέλερ» του Γιάννη Ξανθούλη, το οποίο κυκλοφορήθηκε τον Νοέμβριο του 2008 από τον εκδοτικό Οίκο «Μεταίχμιο» με τον χαρακτηριστικό (και προκλητικό συνάμα) τίτλο:«Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων». Κυμαινόμενο μεταξύ «οδοιπορικού» σε άγνωστες γειτονιές της κάποτε Βασιλεύουσας και «τουριστικού οδηγού» για σύγχρονους οριενταλιστές, το μετά χείρας βιβλίο έχει ως αντικείμενο μια «Πόλη ”αλλιώς”», όπως δηλώνεται στον κολοφώνα του. Μια Κωνσταντινούπολη «εν ετέρα μορφή», την οποία ο Ξανθούλης παρουσιάζει με λυρισμό και γλαφυρότητα, αλλά με διάθεση και ματιά εντελώς διαφορετική από εκείνη άλλων, σαγηνευμένων από την ομορφιά της, εραστών. Όπως λ.χ. του π. Δοσίθεου Κανέλλου, της Μαριάννας Κορομηλά ή, ακόμη, του Ορχάν Τουρκέρ. Η διήγηση του Ξανθούλη αρχίζει ουσιαστικά το 1996 και τερματίζεται το καλοκαίρι του 2008, έπειτα από δεκάδες επισκέψεις στην Πόλη. Συνδυάζει προσωπικά βιώματα, ιστορία, (κυρίως Οθωμανική), φαντασιώσεις και μυθεύματα, και οδηγεί τον αναγνώστη σε στενοσόκακα και υποβαθμισμένους μαχαλάδες της εντός των Θεοδοσιανών τειχών παλαιάς Πόλης, του Κεράτειου, του Πέρα και του Γαλατά, (σε χώρους που ο σύγχρονος Νεοέλληνας ή Δυτικοευρωπαίος τουρίστας δεν πρόκειται ποτέ να δει), όπως και σε φημισμένους, εκατέρωθεν του Βοσπόρου, γοητευτικούς οικισμούς. Με ξεναγούς ένα αμετροεπή Τούρκο φίλο του, τον Νεντίμ Καπλαντζί, απόγονο αριστοκρατικής οθωμανικής οικογένειας, και τρεις άλλους επίσης Τούρκους «νυμφαγωγούς» του στον Οθωμανο-τουρκικό τρόπο ζωής, τον κοσμοπολίτη και ελαφρώς υστερικό Δρα Φερχάν, τον εκκεντρικό Σελίμ, και την Αλέβ, μια δυτικότροπη χειραφετημένη νέα, (η οποία φαίνεται να του πήρε τα μυαλά, μια και ποτέ δεν την βγάζει από τη σκέψη του!), ο Ξανθούλης με επιδέξιες πινελιές σκιαγραφεί μια όντως «άλλη» Κωνσταντινούπολη, και δημιουργεί μια ονειρώδη ατμόσφαιρα, ικανή να συναρπάσει τον κάθε θαυμαστή τής γεμάτο μυστήριο ανατολής. Όχι απαραίτητα, όμως, της «καθ΄ημάς Ανατολής»!

Η βεγγέρα στό «γιαλί» τής καλλιεργημένης και λεπτής τους τρόπους δέσποινας Φεριντέ Ζιγιά στο Κανδυλλί, η επίσκεψή του στο Μουσείο Σαμπαντζή στο Εμιργκιάν, οι περιπλάνησεις του στους σκοτεινούς οντάδες και διαδρόμους του μαντείου του Σκουτάρεως, είναι, χωρίς αμφιβολία, από τα συναρπαστικώτερα κομμάτια του βιβλίου.

Ωστόσο, από το βιβλίο αυτό λείπει κάτι. Κάποια θετική αναφορά στο βυζαντινό, μετα-βυζαντινό και το πιό πρόσφατο ρωμαίικο παρελθόν της Πόλης. Κι’αυτό ακόμη το Χάσκιοϊ, το ιστορικό Πικρίδιο, που από τον έκτο μέχρι το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα ήταν μια ακμάζουσα ελληνική κοινότητα, με Ναούς και Αγιάσματα, με εκπαιδευτήρια και μορφωτικά κέντρα, με φιλανθρωπικά καταστήματα και φιλαρμονικές, παρουσιάζεται ως «πάλαι ποτέ εβραιογειτονιά» (σελ. 42). Έστω κι΄αν οι διωγμένοι από την Ισαβέλα της Ισπανίας Σεφαράδες εβραίοι, εγκαταστάθηκαν στην ανθούσα αυτή ορθόδοξη ρωμαίικη συνοικία της Περαίας του Πικριδίου μόλις περί τα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα! Στο Χάσκιοϊ, τον συγγραφέα ενδιαφέρει το Μουσείο του Ραχμί Κοτς και η μοίρα των εβραίικων τάφων. Όχι το Νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής, όπου μεταξύ Πατριαρχών, Ηγεμόνων και Λογάδων του Γένους, είναι θαμμένοι ο ονομαστός ελληνιστής Ιάκωβος Μάνος ο Αργείος, (ο γνωστός και ως Γιακουμάκης), όπως και ο περιώνυμος προστάτης των ελληνικών γραμμάτων Μανωλάκης ο Καστοριεύς. Πώς όμως να γνωρίζουν οι συμπαθείς μέντορές του, ο Νεντίμ, η Αλέβ, ο Φερχάν και ο Σελίμ, την άλλη αυτή όψη της Ελληνορθόδοξης Πόλης;

Είναι αλήθεια ότι σε κάποιο σημείο του βιβλίου του, ο Ξανθούλης αναφέρεται σε συζητήσεις του «με φίλους Ρωμιούς της Πόλης» (σελ. 219). Εν τούτοις, τα μόνα ομογενή πρόσωπα που «μπαίνουν» κάπως στην ιστορία, είναι η αποροσδιορίστου προελεύσεως ανιαρή και φλύαρη κυρία Παπαδάκη, μια ξιπασμένη και ξεπεσμένη χήρα κάποιου Πολίτη έμπορου κολομβιανού καφέ, και μια ανισόρροπη ρωμιά ιερόδουλος κάπου στο Φανάρι, η οποία έναντι μικρού φιλοδωρήματος τραγουδούσε βωμόλοχα τραγούδια! Τουτέστι, πρόσωπα ήκιστα αντιπροσωπευτικά του ευγενούς ρωμαίικου στοιχείου της Πόλης. Η έλλειψη κάποιας θετικής αναφοράς στη Ρωμιοσύνη και στα όσια και ιερά της, μπορεί να αποδοθεί στην ευθαρσώς ομολογημένη αθεα τού συγγραφέα (σελ.214), στην έκδηλη αντιπάθειά του προς το Βυζάντιο των «σιχαμερών», «παθιασμένων» και «δολοφόνων» Αυτοκρατόρων και των «στολισμένων σαν λατέρνες Πατριαρχών» του (σελ. 22 και 23), στην πεποίθησή του ότι «αυτό που αποκαλούμε ”ελληνικό στοιχείο” (της Πόλης) είναι μια στοιχειωμένη υπόθεση» (σελ. 263), ή, ακόμη στο θαυμασμό του για κάθε τι το Οθωμανικό. Είναι λ.χ. αποκαλυπτική η ομολογία του ότι σε μέρες αφόρητης ζέστης στην Πόλη βρίσκει κανείς μια παρηγορητική σκιά σ΄ένα «ειρηνικό αυλόγυρο κάποιου τζαμιού» ή σε ένα «μπεζεστένι» (σελ. 225). Σαν να μη δίνει την ίδια, ή και περισσότερη, παρηγοριά στο έλληνα επισκέπτη της ο αυλόγυρος της Βλαχέρνας, η δροσερή αυλή του Βαλουκλή, ο κήπος του Αγιάσματος του Γκιόκσουγιου ή ο λόφος του Άη-Γιώργη του Κουδουνά. Η αποσιώπηση αυτή ξενίζει. Και τούτο διότι για κάθε απανταχού της οικουμένης έλληνα, (όταν μάλιστα τυχαίνει να είναι αυτός απόγονος προσφύγων του ΄22), η Κωνσταντινούπολη είναι (και πρέπει να είναι) κάτι παραπάνω από τα όντως «επιβλητικά συγκροτήματα» τών τεμενών του Φατίχ και του Εγιούπ, από τα χαμάμια του Μπαλατά και του Κάντιργκα, από τα «τουρσουτζίδικα» του Τσουκούρτζουμα, και από την ψαροταβέρνα του Κιόρ Αγκόπ στο Κοντοσκάλι!

Είναι αλήθεια ότι ο Ξανθούλης υποσχέθηκε να μυήσει τον Νεοέλληνα αναγνώστη του σε μια Πόλη «αλλιώς». Και αυτό ακριβώς κάμει με συνέπεια και ταλέντο στις 266 σελίδες τού οδοιπορικού του. Ωστόσο, θα ήταν προτιμώτερο, (και «πολιτικώς ορθόν»), αν στον τίτλο του βιβλίου γινόταν λόγος για την «Dersaadet», την «Πύλη της ευδαιμονίας» όπως αποκαλούσαν την Πόλη οι Οθωμανοί, και όχι για την «Κωνσταντινούπολη». Νομίζω δε ότι, ο τίτλος «Ντερσααντέτ των ευσεβών μου πόθων», θα ανταποκρινόταν πληρέστερα στο περιεχόμενο του ενδιαφέροντος, αλλά και προκλητικού αυτού βιβλίου!

~ από Ταξιδιώτης στο Απριλίου 4, 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: