8.- Πες το…πολίτικα –>
· σούτ (μη μιλάς) = σούς
· βρε = μπρε, μπε
· κουμάντο = ζάφτι, ζάπτι
· λίγο = ποσούτσικο, λιγούτσικο
· ετοιμάζω χαλβά = ψήνω χαλβά
· δήθεν – τάχα = ντεμέκ
· φανατικοί – άγριοι = Κιζιλμπάσηδες
· αγορά = τσαρσί, παζάρι
· σιγά-σιγά = γιαβάς-γιαβάς
· στενό δρομάκι = σοκάκι
· αιθέριο λάδι = πατσουλί
· πλούτος, αφθονία = μπερεκέτι
· κρέας κοκκινιστό με πουρέ μελιτζάνας = χουνκιάρ μπεγιεντί
· συκώτι, σπλάχνο = τζιέρι, τζιγιέρι
· πάγκος = τουράκι
· στάση λεωφορείου = ντουράκι
· καταραμένος = αδικιωρισμένος
· τρυφερότητα = τζιλβές
· νυχτοφύλακας = μπεχτσής
· βοήθεια, πυρκαγιά = γιανγκίνβαρ
· ψωμί = εκμέκ
· Βόσπορος = Μπογάζ, Μπογάζι
· νερουλάς, πυροσβέστης = τουλουμπατζής
· αντλία = τουλούμπα
· νέο, είδηση = χαμπέρι, χαμπάρια
· φιλοδώρημα = μπαχτσίσι
· αρχηγός, επικεφαλής = ρεϊζης, ρεϊσης
· στην άκρη = βάρντα
· νευριάζω = ναλετιάζω
· ρόπαλο, ραβδί = σομπανίκα
· σφαγή, χαμός = σφαή
· ίκτερος = σιριλίκι, σαριλίκι
· προγούλι = γκιερντάνι
· χαζεύω = σεργιανίζω
· τίτλος, συμβόλαιο = χοτζέτι
· χοντρό γιλέκο = χυρκάς
· περιποιημένος = τιποδεμένος
· σαύρα, γουστέρα = κοστερίτσα
· πήλινο ή γυάλινο δοχείο για τουρσί = καβανόζι
· δωμάτιο = κάμαρη, οντάς, κάμαρα
· εσοχή τοίχου εν είδει ντουλάπας = γιούκι
· κρέμα με ανθόνερο = μαλεμπί
· κάτσε = οτούρ
· χρήμα = παράς
· ντιβάνι, καναπεδάκι = μιντέρι
· φύγε = γκίτ
· τσεκούρι = μπαλτάς
· ζώο, κατοικίδιο = χαϊβάνι
· πανωραία = ντουνιά γκιουζελί
· τσόκαρο = γαλότσα, γαλέντζα
· χαραμάδα = αραλίκι
· καταριέμαι = κακοχρονίζω, αδικιωρίζω
· σκίουρος = ζεντζάπι
· νερό = σου
· νερουλάς = σουτσής, σουτζής
· αυγουλάς = γιουμουρτατζής
· μακάρι, ο θεός να δώσει = ίνσαλλαχ, μάσαλλαχ
· ξαφνικά, αιφνίδια = άναυλα
· καλώς όρισες = μπούγιουρουν
· σοφίτα = σερβανί
· πίστωση = κρέντιτο
· φαντασμένος = φανταγμένος
· κατσαρόλα = τέντζερης, τεντζερές
· παγωτατζής = ντοντουρματζής
· μετάξι = ιπέκ
· θεία = άμια
· γειτονιά = μαχαλάς
· έλα εδώ = γκελ μπουρντά, γκελ μπουρ(α)γιά
· σάκος = χαράρι
· καημένος = ζάβαλης
· μη στεναχωριέσαι = μη σικλετίζεσαι
· ξέρω = μπιλίριμ
· μανούλα μου = άνετζιμ
· καρβουναριό, αποθήκη = κιουμουρλούκι
· στουρνάρι = οντούν καφαλί
· δες = διες
· τουρκαλβανός = γκέγκης
· τουλάχιστον = μπάρεμ, μπάρι
· ψοφίμια = λέσια
· σκάσε = κάρναξη
· κυδωνόπαστο = πελτές
· πλεκτές παντόφλες = τερλίκια
· κουβαρίστρα = μακαράς
· δαντέλα = μπιμπίλα
· ξερά, σκέτα = κουρού
· το ένα, το άλλο ή ο τάδε, ο δείνα = μπιλμέμ νε φιλάνφιστίκ
· στραγάλια = λεμπλεμπλιά
· ξετσίπωτος = αρσίζης
· καημός = ντέρτι
· έγινε λάθος = γιαγνίς ολντού
· δηλαδή = ιστέ
· ντιβανοσκεπάσματα = μακάτια
· άρον-άρον = απάλ-ταπάλ, απάρ-τοπάρ
· χωροφύλακας = ζαπτιές
· γρήγορα = μάνι-μάνι
· φωταψία = ντονανμάς
· πέτρινο κάστρο, φρούριο, στρατώνας = τας κισλάς
· κουλούρι = σιμίτι
· να λείπει = εξίκ ολσούν
· άμαξα = αραμπάς
· πολύ ωραίο = τσόκ γκιουζέλ
· καλέ μου = τζάνουμ
· με το καλό = γκιουλέ γκιουλέ
· κολοκύθι σωληνοειδές = ασμά καμπάκι
· συνήθεια, χούϊ = αντέτι
· ερημιά = τζαν τζιν τοπ οϊνάρ, ιν τζιν τοπ οϊνάρ
· ντολμαδάκι με ρύζι = γιαλαντζί ντολμάς
· χαζός = ζεβζέκης
· όχι, δεν = γιοκ
· βιβλίο = κιτάπι
· έμπορος μπαχαρικών = μπαχαρατσής
· φασαρία = πατιρντί
· μεταλλικό κατσαρολάκι = σεφερτάσι
· όμως, αλλά, ωστόσο = άμμα
· χαζός = απτάλης
· ούζο = ντούζικο
· μπράβο = άφεριμ
· χρωματιστή μαντήλα = τσαρτσάφι
· ρουφιάνος = πεζεβέγκης
· μανάβης = ζαρζαβατζής
· ρολά καταστήματος = κεπέγκια
· γλυκάνισο = ανασόνι
· ξεροψημένο = κιτίρικο
· θρασύς = αρσίζης
· χρηματιστής = μπορσατζής
· έμπορος χρυσαφικών = σαράφης
· βελούδινο = καντιφεδένιο
· ταφτάς = μουαρέ
· ανάκλιντρο = ντομέζα
· ξεχνιέμαι = νταλντίζω
· αναίσθητος = καμσίζης, γκαμσίζης
· χρώματος ροζ = πεμπελίδικο
· οικόπεδο, αφημένο χωράφι = βιρανές
· τσαγάρης = κουντουρατζής
· ψιλικατζίδικο = αχτάρικο
· κλωστή ραπτομηχανής = μπρισίμι
· “κούκλα” μαλλιού για πλέξιμο = τσιλές
· ζαχαροπλαστείο = μαλεμπιτζίδικο
· δωρεάν, τσάμπα = μπιρ παρά, μπενταβά
· καλωσορίζω = μπουγιουρντίζω
· ανεπρόκοπος = χαϊρσίζης
· είδοδος = αντρέ
· σχολαστικός = τιτίζης
· θυρωρός = καπουτζής
· ανόητος = σαλόζης
· πρόστυχα πράγματα = εντεψίζικα
· καρίκωμα = σουρφιλέ
· μαντάρω = ρουντίζω
· πετσέτα = πεσκίρι, προσόψι
· εντάξει = ταμάμ
· καλαμπόκι = μισίρι
· έλεος = νισάφι, ινσάφι
· φόρος που επέβαλε ο Ινονού στις μειονότητες το ‘42 = βαρλίκι
· κατάσχεση = χατζίζι
· καραμέλα = ακιντές
· είδος χυλοπίτας = γιουφκάς
· παλιατζής = εσκιτζής
· ορίστε, να = ιστέ
· γανωματής = καλαϊτζής
· ξυλέμπορος = κερεστετζής
· κόριζα = κοριός
· μολύβι, βαρύ = κουρσούμι
· πλατεία = μεϊντάνι
· Καθαρή Δευτέρα = Μπακλαχωράνι
· Δημαρχείο = Μπελεντιές
· αχάριστος = ναμκιώρης, νανκιώρης
· ρυάκι, ρέμα = ντερές
· μάστορας = ουστάς
· άμαξα με άλογα = παϊτόνι
· ασταμάτητη ροή νερού = σακίρ σακίρ
· άπταιστα = φαρσί
· κοκάρι, μικρό κρεμμυδάκι = αρμπατζίκι
· καπνός = ντουμάνι
· τρίφτης = ρεντές
· απόγευμα = κεντί
· ταψί = τεψί
· καθαρισμός και περιποίηση του σπιτιού = κοσμέτι
· ψυγείο (πάγου) = μπουζιέρα
· φασολάκια πράσινα = ανσέ καντίνια
Τις πολίτικες λέξεις και φράσεις τις συνέλεξα είτε από βιβλία για την Πόλη είτε από όσους κατάγονται από τα μέρη εκείνα. Ο φίλος Δημοσθένης, που μεγάλωσε στην Πόλη, μου έστειλε τις παρατηρήσεις του, τις οποίες προσέθεσα, ως δεύτερη επιλογή ή ερμηνεία. Δεν έχουμε σοβαρές διαφωνίες. Κάποιες προτάσεις του Δημοσθένη είναι απλά η ίδια λέξη με διαφορετική ΦΩΝΗΤΙΚΗ απόδοση, π.χ. τζιέρι και τζιγιέρι. Κάποιες άλλες λέξεις είναι αποτέλεσμα επέκτασης νοήματος, π.χ. το ντουράκι ο Δημοσθένης το αποδίδει ως “στάση λεωφορείου” ενώ η γιαγιά μου λέει “τουράκι” τον πάγκο (και στην εποχή της μάνας της, από την οποία έμαθε τη λέξη, πιθανότατα δεν υπήρχαν λεωφορεία). Επειδή, όμως, και η στάση έχει ένα πάγκο για κάθισμα, πιθανόν η λέξη να χρησιμοποιείται κι εκεί και να είναι η ίδια. Κάποιες άλλες λέξεις μου λέει ο Δημοσθένης ότι δεν τις ξέρει καθόλου, καίτοι Πολίτης. Πλην, όμως, τις λέει ακόμη η γιαγιά μου ή π.χ. τις αναφέρει η Μαρία Ιορδανίδου στην “Λωξάνδρα” (βλ. άμια, γιούκια). Οπότε σίγουρα χρησιμοποιούνταν παλιά και ίσως περιέπεσαν σε αχρηστία στη νεότερη γενιά όπως αυτή του Δημοσθένη, καθώς από την Πόλη του 1800 έως την Πόλη του σήμερα μας χωρίζουν ήδη 2,5 αιώνες…
















Faulaki Bombalaki = Giant Beans
τρίφτης = ρεντές
απογευμα = κεντί
απογευματινο κολατσιο= κεντιανό
ταψί = τεψί
καθαρισμός και περιποίηση του σπιτιου = κουσμέτι
ψυγειο = μπουζιέρα
φασολακια πρασινα = ανσέ καντίνια
το τουράκι ειναι ο πάγκος της κουζίνας οσο για το ντουράκι ντουράκ σημαίνει στάση ισως κάποιοι ρωμιοί το έλεγαν ντουράκι ομως αλλο το τουράκι κι άλλο το ντουράκι
Δεν διαφωνούμε! Απλώς επιχείρησα μία ερμηνευτική προσέγγιση, χωρίς γνώσεις γνλωσσολογίας.
χαζός =σαλόζης, αφηρημένος=σερσέμης λάστιχο νερού για πότισμα=χορτούμι
τα πράσινα φασολάκια τα λένε Α΄ι’σέ καντίν οχι ανσέ καντίνια
Δεν πρόσεξες κάτι. Δεν αντιλέγω ότι στα τουρκικά τα φασολάκια είναι έτσι. Ομως εδώ γράφουμε τις λέξεις όπως τις χρησιμοποιούσαν ή τις χρησιμοποιούν οι Πολίτες. Και οπωσδήποτε αυτό έχει διαφορά.